2 Φεβ 2008

MARX BROTHERS

Ποιοι είναι οι Marx Brothers και τι αντιπροσωπεύουν; Έχουν συγγένεια με τον Karl Marx ή με τους Warner Brothers;
Αυτού του τύπου το χιούμορ δεν είναι δικό μου, αλλά δικό τους και το «κολλάς» υποχρεωτικά. Σας βεβαιώνω ότι αυτή η εβδομάδα, που έβλεπα τις ταινίες των Marx, ήταν από τις πιο αστείες της ζωής μου. Κρίμα που δεν βλέπουμε πια στις αίθουσες τις ταινίες τους, κρίμα που δεν τις έχει φέρει η ελληνική διανομή βίντεο και κρίμα που κανείς δεν μεταφράζει τα απολαυστικά βιβλία που έχουν γράψει. Ευτυχώς που μπορεί κανείς να τις παραγγείλει από το εξωτερικό, όπως κάνουμε δηλαδή για κάποια πράγματα, όταν είμαστε στην επαρχία και τα παραγγέλνουμε από την Αθήνα ή τη Θεσσαλονίκη. Ποιοι είναι λοιπόν οι αδελφοί Marx;
Αρχικά ήταν πέντε, μετά έμειναν τέσσερις και κατέληξαν τρεις: οι Groutso (Julius Henry, 1890), Harpo(Adolph, 1888) και Chico (Leonard, 1887). Οι άλλοι δύο, ο Zeppo (Herbert, 1901) και ο Gummo (Milton, 1893), που ποτέ δεν έπαιξε στην οθόνη, ήταν οι μάνατζερ των αδελφών τους. Οι γονείς τους, μετανάστες από τη Γερμανία και την Αλσατία, γνωρίστηκαν στη Νέα Υόρκη, παντρεύτηκαν και εγκαταστάθηκαν στην εβραϊκή γειτονιά του Manhattan. Τα παιδιά έμαθαν να ζουν στους δρόμους, να αγαπούν τα περιπλανώμενα θέατρα -λόγω παππού και γιαγιάς από τη μεριά της μητέρας- να τραγουδούν και να χορεύουν, να παίζουν τζόγο και να κυνηγούν τις γυναίκες. Με όλα αυτά τα προσόντα, έγιναν οι πιο ανατρεπτικοί κωμικοί που είδαμε ποτέ στο πανί, δημιούργησαν σχολή, αναφέρονται συχνά, ακόμη και σήμερα, στις μεγάλες κωμωδίες, κέρδισαν πολλά χρήματα (κάτι που θεωρούσαν άκρως απαραίτητο) και, βεβαίως, το ανατρεπτικό, αναρχικό τους χιούμορ τους συνόδευε και στην καθημερινή τους ζωή. Ευτυχώς, ο Groutso δημοσίευσε εκτός των άλλων και την αλληλογραφία του, o Harpo την αυτοβιογραφία του και η κόρη του Chico τη ζωή με τον πατέρα της. Τα στοιχεία που έχουμε για τη ζωή και το έργο τους είναι πάμπολλα και απολαυστικότατα.

Ο Harpo, το 1936, ήδη διάσημος και πολιτικοποιημένος, συναναστρέφεται τους διανοούμενους της Νέας Υόρκης, υποστηρίζει ανοιχτά την υποψηφιότητα του Roosvelt και, μετά την επανεκλογή του, του στέλνει ένα γράμμα με το οποίο τον συγχαίρει και του ζητά να τον συγχαρεί και αυτός με τη σειρά του «διότι παντρεύτηκα πρόσφατα. Το κράτησα κρυφό, γιατί ήξερα ότι κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας θα είχατε ανάγκη όλο το χώρο στη πρώτη σελίδα των εφημερίδων και δεν ήθελα να σας τον στερήσω!»...

Ο Chico παίζει χαρτιά και συμμετέχει σε όλων των ειδών τους τζόγους, έχει συνέχεια ανάγκη από λεφτά και γι΄ αυτό δεν αρνείται ποτέ να δουλέψει. Είναι ο πιο δραστήριος από τα αδέλφια, καθώς αυτός βρίσκει τους παραγωγούς, με αποτέλεσμα να αφήσουν το θέατρο για να κάνουν τις πρώτες τους ταινίες. Αργότερα, είναι αυτός που δημιουργεί τα περισσότερα προβλήματα στα γυρίσματα, διότι εξαφανίζεται για να παίξει χαρτιά, ώσπου οι παραγωγοί, για να έχουν το κεφάλι τους ήσυχο, αποφασίζουν και του στήνουν ένα τραπέζι μέσα στο στούντιο!

Ο Groutso, πολυγραφότατος, αλληλογραφεί με πολύ κόσμο, ακόμη και με τους Warner Brothers. Τα γράμματά του αυτά είναι απολαυστικά, αν και οι Warner δεν είχαν χιούμορ. Η αλληλογραφία μεταξύ τους ξεκίνησε όταν οι Marx αποφάσισαν να κάνουν μια ταινία με τον τίτλο "Μια νύχτα στην Casablanca" και οι δικηγόροι της Warner (παραγωγός της ταινίας «Casablanca» με τους Bogart και Bergman, πέντε χρόνια πριν) απείλησαν να τους πάνε στα δικαστήρια για τη χρήση του ονόματος. Ο Groutso έγραψε εκ μέρους της οικογένειας ότι δεν υπολόγιζαν, έως την ημέρα που ανακοίνωσαν τη δική τους ταινία, ότι η «Casablanca» ανήκει αποκλειστικά στους Warner Brothers, και ότι πιστεύει πως και ο μέσος ακόμη θεατής μπορεί να ξεχωρίσει την Ingrid Bergan από τον Harpo. Και αν ακόμη υποθέσουμε ότι το όνομα Casablanca ανήκει στους Warner Brothers, συνεχίζει ο Groutso, τι γίνεται με το Brothers; Γιατί, εντάξει, το Warner τούς ανήκει, αλλά το Brothers; Αυτοί (οι Marx) ήταν Brothers πολύ πριν από τους Warner, για να μην αναφερθεί στους Karamazov Brothers. Τους έγραψε και άλλα πολλά απολαυστικά, ώσπου οι δικηγόροι της Warner, ύστερα από τρία γράμματα, όλο και πιο σοβαρά από τη μεριά τους και όλο και πιο ανατρεπτικά από τη μεριά του Groutso, αποφάσισαν να παραιτηθούν από την προσπάθεια. Έτσι, η ταινία των Marx συνέχισε απτόητη την πορεία της. Δεν ήταν μόνο ο Groutso απτόητος. Όλη η οικογένεια είχε στηθεί, κάποτε, έξω από το γραφείο ενός παραγωγού που αρνούνταν να τους δει και κάπνιζαν πούρα μετά μανίας, έως ότου ο έγκλειστος παραγωγός πνίγηκε από τον καπνό και τους άνοιξε!

Αυτοί είναι οι Marx Brothers. Απολαύστε τους! Α! Μια συμβουλή μόνο: έχετε για καλό και για κακό μια ταινία των Marx στο σπίτι σας. Είναι το καλύτερο αγχολυτικό, το καλύτερο παυσίπονο, το καλύτερο γιατρικό του φόβου και της τεμπελιάς που προκαλεί. Το μυαλό τρέχει με χίλια και η ψυχή ευφραίνεται. Αλλά προς Θεού, μην τη ζητήσετε στα φαρμακεία.

Ηλέκτρα Βενάκη

Διαβάστε περισσότερα ...
Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ, 1998, Η.Π.Α.
The General
A/M, έγχρωμο, 124 λεπτά, 2.35:1, Dolby Digital
Σκηνοθεσία: John Boorman
Σενάριο: John Boorman, Paul Williams
Φωτογραφία: Seamus Deasy
Μοντάζ: Ron Davis
Ήχος: Brendan Deasy, Michelle Cunniffe, John Fitzerald
Μουσική: Richie Buckley
Παίζουν: Brendan Gleeson, Jon Voight, Adrian Dunbar, Maria Doyle Kennedy, Angelina Ball.


Το 1981 ο Τζον Μπούρμαν πέφτει θύμα ληστείας στο σπίτι του στο Δουβλίνο. Η αστυνομία θεωρεί πιθανότερο ένοχο τον διάσημο ήδη εκείνη την εποχή λωποδύτη, Μάρτιν Κάιλ, επονομαζόμενο και ως «ο Στρατηγός». Από τότε ο Μπούρμαν παρακολουθεί τη πορεία του Στρατηγού, μαζεύει στοιχεία, νιώθει γοητευμένος από τη ζωή και το έργο του. Το 1994 ο Στρατηγός δολοφονείται και το 1996 ο Μπούρμαν αποφασίζει να κάνει μια ταινία πάνω στη ζωή του. O Paul Williams, συντάκτης ποινικού ρεπορτάζ, είχε μαζέψει πολλά στοιχεία για τη ζωή και το έργο του Στρατηγού και γράφει ένα βιβλίο με τον ομώνυμο τίτλο. Ο Μπούρμαν αγοράζει τα δικαιώματα και το 1998 παρουσιάζει στις Κάνες την ταινία του με θέμα την άνοδο και τη πτώση ενός από τις θρυλικότερες μορφές των παράνομων της σύγχρονης Ιρλανδίας.

Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ή κατά κόσμο Μάρτιν Κάιλ ήταν ένας από τους διασημότερους και προσφιλέστερους κακοποιούς της δεκαετίας του 1980. Έκανε εντυπωσιακές ληστείες γελοιοποιώντας συνεχώς τους φορείς κοινωνικών θεσμών: τους πολιτικούς, τους θρησκευτικούς ηγέτες, την αστυνομία, τις διάφορες οργανώσεις κλπ. Γεννήθηκε το 1949 στο Δουβλίνο σε μια φτωχή οικογένεια με δώδεκα παιδιά. Από μικρός κλέβει διάφορα πράγματα, κυρίως τροφή, για την επιβίωση της οικογένειάς του. Στα δεκαέξι του συλλαμβάνεται για πρώτη φορά και καταδικάζεται σε δύο χρόνια σε αναμορφωτήριο. Εκεί θα αντιμετωπίσει τις ερωτικές βλέψεις παιδεραστών κληρικών και θα ξεκαθαρίσει μια για πάντα τη θέση του με την εκκλησία. Στα είκοσί του συλλαμβάνεται πάλι για κατοχή κλοπιμαίων και θα καταδικαστεί σε τέσσερα χρόνια φυλάκιση, τη μεγαλύτερη ποινή που έκτισε ποτέ. Βγαίνοντας, δημιουργεί δική του συμμορία και αρχίζει τις οργανωμένες ληστείες. Τότε, γύρω στις αρχές της δεκαετίας του 1980, του δίνεται το υποκοριστικό Στρατηγός διότι δεν άφηνε τίποτα στη τύχη. Οργάνωνε τις ληστείες με τη μεγαλύτερη λεπτομέρεια και τις εκτελούσε με απόλυτη πειθαρχία. Εκείνη τη δεκαετία ο Κάιλ απασχόλησε πολύ τα μέσα ενημέρωσης, όμως κανείς δεν μπορεί να πει με βεβαιότητα ότι τον είχε δει καλά. Εμφανιζόταν πάντα με σκεπασμένο το πρόσωπο, είτε κρύβοντάς το με τα χέρια του είτε φορώντας κουκούλες και σκούφους. Η προσωπική του ζωή επίσης είχε απασχολήσει τη κοινή γνώμη, για τη διπλή ερωτική σχέση που είχε με τη γυναίκα του και την αδελφή της. Έμεναν όλοι μαζί και είχε κάνει παιδιά και με τις δύο.

Για τον Κάιλ η κλοπή ήταν επάγγελμα και όχι χόμπι ή έξη. Θεωρήθηκε από τις λαϊκές τάξεις σαν ένα είδος Ρομπέν των Δασών αν και αυτό το γεγονός παραμένει περισσότερο μύθος παρά πραγματικότητα. Θρυλική έχει μείνει η ληστεία του χρυσοχοείου Ο’Connor απ’ όπου απολύθηκαν εκατό εργαζόμενοι την επόμενη της ληστείας καθώς και η κλοπή των έργων τέχνης από τη συλλογή του Sir Alfred Beit. Η ιρλανδέζικη αστυνομία, μετά τη ληστεία των πινάκων, από το Δεκέμβρη του 1987, άρχισε να παρακολουθεί στενά επί 24ώρου βάσεως τον Κάιλ και τους συνεργάτες του. Υπό τη πίεση αυτή, η συμμορία διαλύθηκε. Ο Κάιλ έφτιαξε καινούρια συμμορία με νεαρούς κακοποιούς. Ώσπου στις 18 Αυγούστου του 1994 ο Στρατηγός δολοφονήθηκε και ο ΙRΑ ανέλαβε την ευθύνη. Οπως φαίνεται από την ιστορία τα συμφέροντα των δύο ομάδων, αυτής του IRA και της συμμορίας του Στρατηγού συγκρούονταν αρκετά συχνά. Ο ΙRΑ είχε προσπαθήσει να κλέψει το O’Connor αλλά δεν τα είχε καταφέρει, ενώ το 1974 είχε κλέψει δεκαεννέα πίνακες από τη συλλογή του Sir Alfred Beit, αξίας 8 εκ. Αγγλικών λιρών. Όλα τα έργα βρέθηκαν λίγο αργότερα. Ο Στρατηγός και η ομάδα του έκλεψαν το Μάιο του 1986 δεκαοκτώ πίνακες αξίας 30 εκ. Αγγλικών λιρών, οι οποίοι βρέθηκαν σταδιακά, ενώ ένας από αυτούς βρέθηκε δύο μόλις μήνες πριν, μετά από συμφωνία της αστυνομίας με έναν γνωστό γκάγκστερ. Αν προσθέσουμε δε ότι ο Στρατηγός δεν είχε πολιτική θέση και συνεργαζόταν ακόμα και με φιλοβασιλικές παραστρατιωτικές οργανώσεις, είναι φυσικό να είχε προκαλέσει τη δυσαρέσκεια του ΙRΑ. Οι λόγοι της δολοφονίας του όμως παραμένουν ακόμα θολοί. Πολλοί θεώρησαν ότι το σκότωσαν για τις επαφές του με τους βασιλικούς παραστρατιωτικούς. Άλλοι βέβαια λένε ότι υπήρχαν πολλοί άλλοι λόγοι, διακίνηση ναρκωτικών, ξεκαθάρισμα λογαριασμών και πάρομοια.

Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΚΑΙ Ο ΜΠΟΥΡΜΑΝ γνωρίστηκαν -χωρίς να συναντηθούν φυσικά- το 1981 όταν ο πρώτος έκλεψε το σπίτι του δεύτερου. Ανάμεσα στα κλοπιμαία ήταν και ο χρυσός δίσκος από το soundtrack της ταινίας του Μπούρμαν «Deliverance». Ο Στρατηγός όμως δεν ήξερε ότι οι «χρυσοί δίσκοι» δεν είναι χρυσοί! Αυτό το στοιχείο ο Μπούρμαν με μεγάλη τρυφερότητα το έχει ενσωματώσει στη ταινία. Είναι σαφές καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας ότι ο σκηνοθέτης είναι γοητευμένος από τον Μάρτιν Κάιλ. Ολα τα κωμικά στοιχεία που υπάρχουν διάσπαρτα στη ταινία -και είναι αρκετά- υποστηρίζουν ακριβώς αυτό: ότι ο Μάρτιν, η οικογένειά του και οι φίλοι του περνούσαν καλά με τη ζωή που είχαν διαλέξει. Η ζωή τους ήταν μια επιλογή πραγμάτων που θα οδηγούσαν όμως αναπόφευκτα σε τραγικό τέλος.

Εδώ, ο Μάρτιν Κάιλ είναι ένας ηθικός άνθρωπος γεμάτος αντιφάσεις, όπου η ηθική του απλούστατα δεν είναι η τρέχουσα της εποχής. Τα έχει με όλους και με όλα, με τους θεσμούς, τη κρατική μηχανή, τους ξένους, τους δειλούς, τους προδότες, τους πλούσιους, υποστηρίζει την ομάδα του, αλλά και τιμωρεί ανηλέητα οποιονδήποτε θεωρεί ικανό να τον προδώσει. Αγαπά την οικογένεια του, άσχετα αν έχει δύο γυναίκες, είναι πιστός σύζυγος και καλός οικογενειάρχης. Όλοι μέσα στην οικογένεια, απ’ότι φαίνεται, γνώριζαν «τη δουλειά του μπαμπά», δινόντουσαν παραγγελίες για τραινάκια και άλλα πράγματα, η μικρή του κόρη έπαιζε με τη κουκούλα της δουλειάς, όλοι εν ολίγοις ήταν συμφιλιωμένοι με αυτό. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Στρατηγός δεν ήταν σκληρός άνθρωπος, αντίθετα, υπάρχουν σκηνές μέσα στη ταινία που σταματούν πάνω σε αυτό το χαρακτηριστικό, με αποκορύφωμα τη σταύρωση στο τραπέζι του μπιλιάρδου ενός στενού του συνεργάτη, γεγονός που είχε πράγματι συμβεί. Παρ’ όλα ταύτα, όταν πείθεται για την αθωώτητά του δεν αργεί να τον οδηγήσει ο ίδιος στο νοσοκομείο. Αντίθετα όταν μαθαίνει τη πράξη αιμομιξίας του στενού του συνεργάτη Γκάρυ τον τραυματίζει δήθεν τυχαία στο γόνατο. Εδώ όμως ο Στρατηγός προσπαθεί να προστατέψει την Μέι, ενώ αντίθετα, εκείνη την εποχή είχε ακουστεί ότι την είχε απειλήσει. Η υπόθεση δε με τα ναρκωτικά ποτέ δεν ξεκαθαρίστηκε πλήρως. Πολλοί υποστηρίζουν ότι ο Στρατηγός και η συμμορία του ήταν πράγματι μπλεγμένοι στο εμπόριο ναρκωτικών, στη ταινία όμως υπερισχύει η αντίθετη άποψη, αρκετά ισχυρή ακόμα και στην εποχή της ότι ο Στρατηγός δεν είχε καμμία απολύτως σχέση με όλα αυτά. Ισως να ήταν και έτσι, κανείς δεν ξέρει πραγματικά. Ο Μπούρμαν πάντως δικαιολογεί συνεχώς τον Στρατηγό, του χαρίζεται, μας παρουσιάζει έναν σύνθετο αλλά ακαίρεο και άκρως ενδιαφέροντα χαρακτήρα. Μια σύνθετη προσωπικότητα που κουβαλούσε το βάρος της μοίρας της. Σκληρός και τρυφερός, αστείος και σοβαρός, αρχηγός και μόνος, οδηγείται με μαθηματική ακρίβεια από το ζενίθ στο ναδίρ.

Ο Μπούρμαν θέλοντας να τονίσει τη τραγικότητα του ήρωα ξεκινά την ταινία με τον φόνο του. Ενα φόνο τόσο αριστοτεχνικά κινηματογραφημένο, που, όταν επανέρχεται στο τέλος της ταινίας, ο θεατής έχει φορτιστεί συναισθηματικά, γνωρίζει ότι ο Στρατηγός βγαίνει τώρα από το σπίτι του για να πάει να σκοτωθεί και νιώθει μια βαθιά θλίψη, έναν αποχωρισμό.
Διάφορες δε εξαιρετικές λεπτομέρειες στο σενάριο αναδεικνύουν τον χαρακτήρα που ο μύθος έχει δημιουργήσει. Ο Στρατηγός κυκλοφορεί πάντα με ένα θερμός ζεστό τσάι και μερικές φορές μάλιστα με δύο θερμός! Το ένα περιέχει τσάι με ζάχαρη και το άλλο σκέτο. Η ψυχραιμία του είναι τέτοια ώστε να θέλει να προσφέρει τσάι στους συνεργάτες του κάτω από τη μύτη της αστυνομίας, όταν περιμένουν να κάνουν τη ληστεία των πινάκων. Φορά δε μονίμως μπλουζάκια με γουρουνάκια, με ένα γουρουνάκι ή με τρία γουρουνάκια ή με πολλά γουρουνάκια όταν θέλουν να μπερδέψουν την αστυνομία.

Ο ΣΤΡΑΤΗΓΟΣ ΤΟΥ ΜΠΟΥΡΜΑΝ είναι μάλλον διαφορετικός από τον πραγματικό. Αρκετά από τα στοιχεία της πραγματικής του ζωής υπάρχουν φυσικά στη ταινία, αλλά δεν πρόκειται επουδενί για μια πιστή βιογραφία. Ο Μπούρμαν κάνει στην ουσία μια κλασική γκανγκστερική ταινία πάνω σε μια θρυλική γοητευτική μορφή, όπως είναι εξάλλου οι περισσότεροι ήρωες αυτού του κινηματογραφικού είδους. Τα πραγματικά γεγονότα όμως που περιγράφονται σε αυτή τη ταινία είναι αρκετά πρόσφατα. Πολλοί από τους ήρωες της ταινίας είναι ακόμα και σήμερα ζωντανοί, είναι υπαρκτά πρόσωπα με ιστορία. Η επιλογή του ασπρόμαυρου φίλμ φάνηκε στον σκηνοθέτη απαραίτητη. Το ασπρόμαυρο έχει αυτή την ιδιότητα, να δίνει μια απόσταση στα πράγματα. Να καλεί το παρελθόν, να αφήνει μια διάσταση ονειρική να πλανάται στην ατμόσφαιρα. Για τον Μπούρμαν, ο Στρατηγός έπρεπε να μείνει στη μνήμη σαν μια αρχετυπική φιγούρα, ένας μύθος και το ασπρόμαυρο προσδίδει πιο εύκολα αυτό το συμβολισμό. Αυτή η επιλογή, αυτή η αισθητική επιλογή προκάλεσε σημαντικές αλλαγές στη παραγωγή της ταινίας. Έσπρωξε τον Μπούρμαν να κάνει την ταινία του έξω από τα κινηματογραφικά αμερικανικά στούντιο που θα τον υποχρέωναν να την γυρίσει έγχρωμη, ως απαραίτητη προυπόθεση για την εμπορικότητά της. Επίσης η επιλογή του βασικού ηθοποιού ήταν δεσμευτική για τη συνεργασία στη παραγωγή με τα μεγάλα στούντιο. Ο Μπρένταν Γκλίσον δεν εθεωρείτο ικανός να ανεβάσει στα ύψη το box-office! Κι όμως! Πόσο μεγάλο λάθος έκαναν. Καθ’ όλη τη διάρκεια της ταινίας κανείς θεατης δεν σκέφτεται ότι ο Μπρένταν Γκλίσον «παίζει» τον Στρατηγό. Ο Μπρένταν Γκλίσον είναι ο Στρατηγός, όπως ο Μάρλον Μπράντο είναι ο Νονός. Η δε σκηνοθεσία είναι εκπληκτικής φινέτσας και γι’ αυτό δίκαια τιμήθηκε στο φεστιβάλ των Καννών. Δύο ανάποδες πανοραμικές κινήσεις στην αρχή της ταινίας, μια στο πτώμα του Κάιλ, μια στο πρόσωπο του επιθεωρητή Κένι, του ανθρώπου που τον κυνήγησε όσο κανένας άλλος όσο ήταν ζωντανός και η αντίστροφη κίνηση του φόνου, από το παρόν στο παρελθόν, δίνουν το έναυσμα για την αρχή της ιστορίας. Τα παιδικά χρόνια παρουσιάζονται γρήγορα με νεύρο και οικονομία των μέσων για να φτάσουμε στη φυλάκισή του και στα εξαιρετικά χρονικά περάσματα μέσα στον ίδιο χώρο. Συχνά στις σκηνές όπου τα πράγματα περιγράφονται, σε σκηνές δράσης, ο Μπούρμαν χρησιμοποιεί το χρονικό πέρασμα μέσα στον ίδιο χώρο και πολλές φορές μέσα στο ίδιο πλάνο. Αυτό το εύρημα το χρησιμοποιεί με εντυπωσιακό τρόπο στη φυλακή, ανάμεσα στις δύο ηλικίες και ανάμεσα στις δύο συναντήσεις, αυτής με τη γυναίκα του και αυτής με τον δικηγόρο του, αλλά το χρησιμοποιεί το ίδιο αποτελεσματικά στη σκηνή της ληστείας του χρυσοχοείου όταν καταστρέφουν την λάμπα. Παρόμοιο τέχνασμα χρησιμοποιεί όταν οι υπάλληλοι της τράπεζας μετρούν τα χρήματα, όπου με ένα απλό cut, το ένα άτομο που μετρά γίνονται δύο. Είναι άπειρες οι λεπτομέρειες που προσθέτουν πολυεπίπεδες αναγνώσεις των πλάνων. Αν προσέξει κανείς το τελευταίο πλάνο της ληστείας της τραπέζης θα δεί ότι ο ένας από τους δύο κλέφτες στρέφει το όπλο του προς τον κόσμο, ενώ το αμέσως επόμενο πλάνο είναι ο επιθεωρητής Κένι, λες και αυτόν ήθελε να απειλήσει ή να σκοτώσει. Ο θεατής το εισπράττει κι ας μην το έχει δεί. Οπως επίσης όταν ο Στρατηγός βγαίνει από τη τράπεζα με την επιταγή και την κουνά μπροστά στους δύο μασκοφόρους, αξίζει κανείς να προσέξει τις δύο απλές νότες του πιάνου που υποχρεώνουν το θεατή να δεί γρήγορα και χωρίς καμμία αμφιβολία τα δρώμενα.

Το ασπρόμαυρο μακρόστενο κάδρο αφήνει στο φόντο την εποχή και εστιάζει στα πρόσωπα, στα συναισθήματα, στις εσωτερικές συγκρούσεις. Είναι εντυπωσιακά όμορφη η σύνθεση στην τελευταία ανάκριση, όταν ο επιθεωρητής Κένι χάνει τη ψυχραιμία του και χτυπά τον Στρατηγό. Η λάμπα κινείται –αν και ποτέ δεν την βλέπουμε, το κάδρο είναι μακρόστενο και η λάμπα είναι ψηλά- περνώντας πάνω από τα δύο πρόσωπα που βρίσκονται τοποθετημένα στα όρια του κάδρου, δημιουργώντας σκιές και φωτίσματα, ενώ το φλού με το νετ των προσώπων εναλλάσεται ανάλογα με τη ψυχική κατάσταση των ηρώων. Δύο ακίνητα πρόσωπα που μιλούν και αισθάνονται δημιουργούν μια χορογραφία. Μόνο το ασπρόμαυρο φίλμ και το μακρόστενο κάδρο θα μπορούσε να προσδόσει σε αυτή την γεμάτη συναισθήματα εικόνα την έννοια της μνήμης, την αίσθηση της απόστασης χωρίς να υπάρχει η υποχρέωση ενός αφηγητή.
Η ματιά του Μπούρμαν είναι άκρως τρυφερή, αγκαλιάζει με μεγάλη συμπάθεια αυτή τη τραγική φιγούρα, αυτή τη προσωπικότητα που βολόδερνε ανάμεσα στο καλό και το κακό. Γι’ αυτό και τον δικαιώνει με τον θάνατό του. Κανείς πραγματικά δεν ξέρει τι συμβαίνει σε κάποιον άλλο τη στιγμή του θανάτου του. Ολα είναι υποθέσεις, εικασίες, εικόνες που θα θέλαμε να είχαν συμβεί. Έτσι, ο Μπούρμαν βάζει τον Στρατηγό σε δύο στιγμές της ζωής του όταν βρέθηκε κοντά στο θάνατο, μία με την απειλή του όπλου του νεαρού του IRA και μια με το ζάχαρο, να θυμάται τη ζωή του, να θυμάται τον εαυτό του νέο, προκλητικό, γεμάτο δύναμη και χαρά να χάνεται σε ένα σοκάκι, να γλυτώνει απ’ όλους αυτούς που τον κυνηγούσαν, να λυτρώνεται. Κι όπως χαρακτηριστικά έχει δηλώσει ο Φράνσις Φόρντ Κόπολα, ο Στρατηγός του Μπούρμαν είναι μια ταινία που όσο περνά ο καιρός τη σκέφτεσαι όλο και περισσότερο, αφήνει εικόνες στη μνήμη και έντονα συναισθήματα, σημάδια, χωρίς αμφιβολία ότι πρόκειται για μια μεγάλη ταινία.

Ηλέκτρα Βενάκη

Διαβάστε περισσότερα ...
VITAPHONE H MOVIETONE? ( Ι )

Από τις πρώτες παρουσιάσεις του Kinétoscope το 1894 οι μηχανικοί και οι άνθρωποι του θεάματος προσπαθούσαν να βάλουν ήχο στον κινηματογράφο, να δημιουργήσουν συστήματα εγγραφής και αναπαραγωγής του ήχου. Άπειρες απόπειρες, άπειρες αποτυχίες. Το σημαντικότερο πρόβλημα όλων ήταν που θα χωρέσει ο ήχος πάνω στο φιλμ και πως θα παραμένει σύγχρονος. Επίσης η απαράδεκτη ποιότητα του ήχου καθυστερούσε την είσοδο του στον κινηματογράφο. Τα σημαντικότερα προβλήματα ήταν ο συγχρονισμός με την εικόνα και κυρίως η ενίσχυση του ήχου ώστε να ακούγεται καλά στην αίθουσα.
Χρειάστηκαν τριάντα τρία χρόνια για να γίνει πραγματικότητα αυτή που θεωρείται ως πρώτη ταινία με ήχο. Πρόκειται για την ταινία Ο Τραγουδιστής της Τζαζ (The Jazz Singer) του Άλαν Κρόσλαντ (Alan Crosland) με τον Άλ Τζόλσον (Al Jolson).
Μέσα σε αυτά τα τριάντα τρία το κοινό είχε εξοικειωθεί με τον ήχο στον κινηματογράφο, είτε αυτός παιζόταν από ζωντανές ορχήστρες και ειδικές ομάδες ανθρώπων, είτε από τις ταινίες που παρουσιάζονταν κατά καιρούς με διάφορα πειραματικά συστήματα ήχου, όπως Phonorama, Cinemacrophonographe, Chronomegaphone, Cinephone και άλλα.
Από το 1896 ο Auguste Baron, πρώην υπάλληλος των Αδελφών Lumière, κατάφερε να εγγράψει σύγχρονα (κλειδώνοντας την κάμερα σε σύγχρονο γύρισμα με ένα φωνόγραφο) αλλά μην έχοντας τη δυνατότητα αναπαραγωγής των δίσκων, η εφεύρεσή του έμεινε άχρηστη. O Charles Pathé με τον Ferdinand Zecca πειραματίζονται με τον ήχο από το 1899, όπως μας λέει ο μεγάλος ιστορικός Georges Sadoul. Επίσης, από το 1918 στην Γερμανία έχουν γίνει επιτυχείς κατά κάποιο τρόπο απόπειρες εγγραφής του ήχου πάνω στην ταινία, αλλά η Γερμανία τότε δεν ανήκε στις μεγάλες κινηματογραφικές βιομηχανίες και έτσι πολλές από αυτές τις εφευρέσεις δεν προχώρησαν. Παρ’όλα ταύτα, γύρω στα 1923 αρχίζουν να προβάλλονται με το σύστημα του Lee de Forest, Phonofilm, ταινίες μικρού μήκους με ήχο εγγεγραμμένο πάνω στην ταινία. Η ποιότητα όμως του ήχου ήταν μέτρια έως απαράδεκτη στην αναπαραγωγή τους στην αίθουσα.
Η ιστορία της γέννησης του κινηματογραφικού ήχου ακόμα γράφεται, διότι οι απόπειρες ήταν πολλές σε όλες τις περιοχές του πλανήτη και η καταγραφή τους ακόμα δεν έχει ολοκληρωθεί. Όμως η αμερικάνικη βιβλιογραφία μας δίνει επαρκείς πληροφορίες για το τι συνέβηκε στις ΗΠΑ εκείνη την εποχή.

Το 1926 παρουσιάζεται σε μικρές δημόσιες προβολές το σύστημα Vitaphone, με τον ήχο εγγεγραμμένο σε δίσκο και ο πόλεμος του ήχου αρχίζει[1]. Η Warner, είναι η πρώτη εταιρεία που το υιοθετεί. Οι " Μεγάλοι 5 " (M.G.M, Universal, Paramount, First National και Producers'Distributing Corp./P.D.G.) δεν δέχονται να πληρώνουν δικαιώματα στην ανταγωνιστική εταιρεία λόγω φόβου απώλειας κύρους.
Αντίθετα, η Fox αρνείται να μπει στον πόλεμο των Talkies και στις 8 Γενάρη του 1927 υπογράφει με τη Warner αμοιβαίο συμφωνητικό για τη χρήση των συστημάτων ήχου σε όποιες αίθουσες, αυτές οι εταιρείες, είχαν τον έλεγχο.

Η Fox, εν τω μεταξύ, είχε ιδρύσει την Fox-Case Corporation η οποία είχε ως στόχο την ανάπτυξη και διάδοση του συστήματος ήχου εγγεγραμμένου επάνω στην ταινία. Λίγους μήνες αργότερα ο Harry Warner υποχρεώνεται να ανακοινώσει ότι πρόσθεσαν στη μηχανή τους ένα επιπλέον εξάρτημα κι έτσι μπορούν να παίζουν ταινίες Vitaphone και το σύστημα ...της Fox. H Fox-Case ονομάζει το σύστημά της Movietone.[2]

Πέρα από μικρές σποραδικές προβολές Movietone, η πρώτη μεγάλη δημόσια μεγάλη προβολή γίνεται στις 25 Μαίου 1927, στο Sam.H.Harris Theatre. Προβάλλεται η ταινία Seventh Heaven του Frank Borzage. Η μεγάλη επιτυχία του Movietone αρχίζει όταν προβάλλεται η Αυγή (Sunrise) του F.W.Murnau[3] με μουσική και ηχητικά εφέ, στις 23 Σεπτεμβρίου 1927, στο Times Square Theatre της Νέας Υόρκης.

Η Warner με το Vitaphone προβάλλει στις 6 Αυγούστου 1926 το Don Juan του Alan Crosland και στις 6 Οκτώβρη του 1927 παρουσιάζει τη μεγάλη επιτυχία του ίδιου σκηνοθέτη, το The Jazz Singer με τον Al Jolson στο Warner Theatre της Νέας Υόρκης. Η ταινία αυτή έμεινε στην ιστορία του σινεμά ως η πρώτη ομιλούσα ταινία αν και όπως αναφέραμε ήδη αυτό ιστορικά δεν είναι απολύτως σωστό. Δεν είχε ιδιαίτερους διαλόγους, μόνο τραγούδια συγχρονισμένα, μουσική φυσικά και ήχους. Σ' αυτή την ταινία, η ιστορία λέει, ότι ακούγεται από τον διάσημο, τότε, σταρ Al Jolson, η αξέχαστη φράση " Wait a minute. Wait a minute. You ain't heard nothin'yet!", η οποία ήταν φράση των γυρισμάτων που τελικά την άφησαν, ως συμβολική, μέσα στην ταινία. Όλο κι όλο το σύγχρονο γύρισμα της ταινίας δεν ήταν πάνω από δύο λεπτά!
Μέχρι το 1933 συνυπήρχαν και τα δύο συστήματα. Οι παραγωγοί έβγαζαν κόπιες και για τα δύο συστήματα για τις 200 περίπου αίθουσες τις Αμερικής. Σιγά, σιγά επιβλήθηκε το Movietone διότι ο δίσκος είχε σοβαρότατα προβλήματα συγχρονισμού.
Σήμερα, αντιμέτωποι με νέες τεχνολογικές εξελίξεις, ας αφήσουμε την ιστορία να μας θυμίσει ότι οι δύο τάσεις αναπαραγωγής του ήχου στην αίθουσα δεν είναι καινούργιες. Αυτές οι δύο, επιμένουν να ανταγωνίζονται ακόμα και σήμερα η μία την άλλη (Dolby Digital –DTS).

Τι προκάλεσε όμως αυτή την τεράστια επιτυχία της ταινίας; Δεδομένου ότι και οι μεγάλοι παραγωγοί και οι σκηνοθέτες δεν ήταν ακόμα πραγματικά θετικοί απέναντι σε μια τόσο μεγάλη αλλαγή. Η επιτυχία της ταινίας αυτής κατά μεγάλη μερίδα των θεωρητικών και ιστορικών του κινηματογραφικού ήχου αποδίδεται στην καλύτερη ποιότητα της ηχητικής αναπαραγωγής στην αίθουσα. Σημαντικό ρόλο έπαιξαν και τα ηχεία της αίθουσας τα οποία ήταν σχετικά κατευθυντικά και έσπρωχναν τον ήχο προς τον θεατή. Η ποιότητά τους ήταν πολύ καλύτερη από αυτά που είχαν χρησιμοποιηθεί στις προηγούμενες απόπειρες.

Με την είσοδο του ήχου στον κινηματογράφο πολλά άλλαξαν στη κινηματογραφική γλώσσα. Ο βωβός κινηματογράφος πεθαίνει και παίρνει μαζί του μια ολόκληρη τεχνογνωσία που πρέπει να ξανά-ανακαλυφτεί.
Στην αρχή το μόνο σημαντικό ήταν να ακούγεται η φωνή. Η φωνή, που έμοιαζε πολύ με αυτήν που ακούμε συνήθως στο τηλέφωνο: μικρό εύρος μπάντας, κεντρικές συχνότητες, σκληρή χροιά. Τα μικρόφωνα ήταν μικρής ευαισθησίας και οι ηθοποιοί ήταν υποχρεωμένοι να φωνάζουν δυνατά. Η μηχανή λήψης ξανά ακινητοποιείται ή τέλος πάντων γίνεται πάλι δυσκίνητη για τεχνικούς λόγους.
Στην αρχή του ομιλούντος η κάμερα κλείστηκε σε ένα τεράστιο κουβούκλιο για να απομονώσει τους θορύβους κάτι που επηρέασε κατά πολύ την ελευθερία της. Πολύ σύντομα όμως οι κάμερες έμπαιναν σε φορητά κουβούκλια και μάλιστα μέσα μόλις το 1929 κατασκευάστηκαν κάμερες με ενσωματωμένο το μονωτικό υλικό το λεγόμενο blimp και βρήκαν την ανεξαρτησία τους. Ένα μικρόφωνο τοποθετημένο μόλις 2.5 μέτρα μακριά από την κάμερα, δεν είχε κανένα απολύτως πρόβλημα να γράψει ήχο χωρίς το θόρυβο της μηχανής. Το δεν μπουμ αρχίζει να χρησιμοποιείται από τα τέλη του 1927 και βελτιώνεται μέχρι το 1931 όπου πλέον το βρίσκει κανείς σε κάθε παραγωγή. Τα φώτα επίσης άλλαξαν, διότι επηρέαζαν τον ήχο, τα μικρόφωνα βελτιώθηκαν, η έννοια της διπλής μπάντας (μια για τον ήχο μια για την εικόνα) μπαίνει στη ζωή των κινηματογραφιστών.
Στα πρώτα τρία με τέσσερα χρόνια ο ήχος γραφόταν παράλληλα με την εικόνα στο ίδιο φιλμ. Έτρεχε 20 καρέ πιο μπροστά για να περάσει από τη δική του κεφαλή και τα πράγματα ήταν ιδιαίτερα δύσκολα. Σύντομα όμως ο οπτικός ήχος άρχισε να γράφεται παράλληλα με την εικόνα στη δική του μηχανή λήψης, πάνω σε ειδικό φιλμ το λεγόμενο οπτικό φιλμ. Το φιλμ αυτό έπρεπε να εμφανισθεί και να τυπωθεί κανονικά όπως τα φιλμ εικόνας. Έτσι, τον ήχο δεν μπορούσε κανείς να τον ακούσει παρά μόνο αφού τυπωνόταν.
Συγχρόνως, καταργούνται οι ενδιάμεσοι τίτλοι διότι τους αντικαθιστά ο ηχητικός διάλογος. Κατά συνέπεια, η αισθητική αλλάζει, διότι οι μεσότιτλοι αποτελούσαν αφηγηματικές παύσεις οι οποίες πλέον δεν υπάρχουν. Αρχίζουν να γίνονται απαραίτητοι οι μεταγλωττισμοί για ταινίες που προβάλλονται και στο εξωτερικό . Το ντουμπλάζ γενικεύεται το ’34 με ’35.
Επίσης το μήκος των πλάνων αλλάζει. Την περίοδο 1912-1917 το μέσο μήκος πλάνου στις ΗΠΑ είναι 9,6 δευτερόλεπτα και στην Ευρώπη 15. Την περίοδο 1918-1923 το μήκος πέφτει στα 6,5 δευτερόλεπτα στις ΗΠΑ και 8,6 στην Ευρώπη. Το μέσο μήκος πλάνου στο Θωρηκτό Ποτέμκιν είναι 3 δευτερόλεπτα. Με την είσοδο του ήχου και για την περίοδο 1928-1933 το μήκος μεγαλώνει στα 10,8 για τις ΗΠΑ για να ξανακατέβει στα τέλη της περιόδου του ΄30 στα 8,5 και 12 στην Ευρώπη.[4]

Η βασικότερη τεχνική αλλαγή που συνέβηκε με την έλευση του ήχου στον κινηματογράφο είναι η αλλαγή ταχύτητας των καρέ. Μέχρι τότε η προβολή της εικόνας ήταν στα 16 καρέ με 18 το δευτερόλεπτο. Το μάτι μπορούσε να δει τη συνέχεια μιας κίνησης με αυτή την ταχύτητα. Όταν ο οπτικός ήχος έγινε γεγονός η ταχύτητα αυξήθηκε κατά 50% έφτασε δηλαδή στα 24 καρέ για να μην «σκάει» η εικόνα του οπτικού ήχου. Αργότερα με το έγχρωμο ενώ υπήρξαν σκέψεις, για λόγους οικονομίας να επανέλθουν στα 16 καρέ είδαν ότι αν κατέβαιναν θα είχαν φαινόμενα φλίκερ και έτσι καθιερώθηκε ως στάνταρ τα 24 καρέ.

Οι αντιδράσεις από τη μεριά των μουσικών που εργαζόντουσαν στους κινηματογράφους της εποχής ήταν μεγάλες και στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ. Κατά τη στατιστική υπηρεσία των ΗΠΑ το 1928 γύρω στις 20000 μουσικοί εργαζόντουσαν στους κινηματογράφους και μέσα σε δύο χρόνια 9.885, δηλαδή περίπου το 50% ήταν πλέον άνεργοι. [5] Οι κριτικοί επίσης του κινηματογράφου αντέδρασαν στην έλευση του ήχου, προσδίδοντας στον βωβό κινηματογράφο τον τίτλο της μεγάλης τέχνης που μέχρι πρότινος του αρνιόντουσαν. Όμως κάποιοι μουσικοί, προσελήφθηκαν από τις εταιρίες παραγωγής για τη μουσική των μιούζικαλ κυρίως. Το ζεύγος Gershwin, ο George και η Ira, προς τα τέλη του 1929 έκλεισε συμβόλαιο με την Fox για τη μουσική και τους στίχους του πρώτου μιούζικαλ της εταιρίας. [6] Παράλληλα όμως δημιουργήθηκαν νέες θέσεις εργασίας για την προβολή της ταινίας. Εκεί που οι αίθουσες είχαν έναν υπεύθυνο προβολής και έναν βοηθό για να χειρίζονται μια μηχανή προβολής βωβών ταινιών, πλέον ήταν απαραίτητοι δύο εξειδικευμένοι υπάλληλοι να χειρίζονται τη μηχανή με ήχο. Επίσης, οι σύλλογοι των κουφών αντιστάθηκαν στην είσοδο του ήχου, διότι πλέον δεν καταλάβαιναν τις ταινίες, οι σύλλογοι των τυφλών όμως βρήκαν μια καινούργια διασκέδαση.

Ο ρόλος του σεναριογράφου επίσης άλλαξε. Πλέον ήταν απαραίτητο να γνωρίζει κανείς να γράφει διάλογο και μάλιστα αυτός ο διάλογος να είναι γλαφυρός και να ακούγεται καλά. Οι ηθοποιοί επίσης άλλαξαν. Πολλοί δεν κατάφεραν να προσαρμοστούν στις αλλαγές της τεχνικής που απαιτούσε ο νέος αυτός κινηματογράφος. Αρκετοί επίσης δεν μπόρεσαν να επιβιώσουν στο χώρο αυτό λόγω ακαταλληλότητας της φωνής τους, άλλοι πάλι έγιναν διάσημοι από αυτό το μέχρι τότε άχρηστο χάρισμα. Κάποια από τα κινηματογραφικά είδη του βωβού κινηματογράφου σιγά, σιγά εξαφανίστηκαν, ενώ οι αστυνομικές ταινίες, και οι ταινίες μυστηρίου άρχισαν να ζουν μια μεγάλη άνθιση. Νέα είδη, όπως το μιούζικαλ και η gag κωμωδία -με πρωτοπόρους τους αδελφούς Μαρξ- εμφανίστηκαν.

Πρέπει φυσικά να διευκρινίσουμε ότι οι διαφωνίες εκείνη την εποχή με την είσοδο του ήχου στον κινηματογράφου δεν ήταν χωρίς λόγο. Ο ήχος των πρώτων χρόνων του ομιλούντος κινηματογράφου ήταν πραγματικά απαράδεκτος. Σε κάποιες θέσεις στις αίθουσες η φωνή των ηθοποιών δεν ακουγόταν σχεδόν καθόλου, ενώ στις κεντρικές ήταν πολύ δυνατά. Έπρεπε να φτάσουμε στα μέσα της δεκαετίας του ’30 ώστε αυτά τα τεχνικά προβλήματα να βελτιωθούν.
Στην Ευρώπη ανάλογα συστήματα με το Movietone άρχισαν να κυκλοφορούν. Εν τω μεταξύ όμως, οι αμερικάνικες εταιρίες που έλεγχαν τα δύο ηχητικά τους συστήματα απαγόρευαν στις αίθουσες να παίζουν ταινίες που δεν ήταν δική τους παραγωγή. Αν και αποδείχτηκε παράνομο από όλα τα ευρωπαϊκά δικαστήρια, ο ενδιάμεσος χρόνος αρκούσε ώστε να δημιουργήσει πόλωση μεταξύ αμερικάνικου και ευρωπαϊκού κινηματογράφου.

Τέλος, είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι οι τεχνικές και τεχνολογικές εξελίξεις στην εικόνα (έγχρωμο φιλμ, μεγάλο φορμά) δεν επηρέασαν ποτέ τόσο δραστικά τη κινηματογραφική γλώσσα όσο την επηρέασαν οι εξελίξεις του ήχου. Η είσοδος του ήχου άλλαξε ολόκληρο τον κινηματογράφο. Έγινε άλλο είδος. Με την είσοδο του πολυκάναλου ήχου ανατράπηκε παντελώς η αφήγηση. Με τις εξελίξεις στην εικόνα δεν έχουμε δει τόσο ριζικές αλλαγές.

Σημειώσεις

[1] Οι κόπιες των 35mm δηλαδή, συνοδεύονταν από έναν δίσκο φωνόγραφου για κάθε μπομπίνα. [2] -Evan William Cameron: SOUND AND THE CINEMA, Redgrave Publishing Company, 1980.
-Harry M. Geduld: THE BIRTH OF THE TALKIES, Indiana University Press, 1975.
[3] Το Sunrise είναι η πρώτη ταινία του Γερμανού σκηνοθέτη F.W.MURNAU στο Χόλιγουντ. Η Fox του παρείχε όλα τα μέσα της εποχής, μετά από την επιτυχία που είχαν στις Η.Π.Α. οι γερμανικές του ταινίες. Κατά Sadoul, η καλύτερη ταινία του Murnau.
[4] Αυτές οι πληροφορίες βρίσκονται στο βιβλίο του Barry Salt «Film Style and Technology: History and Analysis», Starword, London, 1983 και 1992
[5] Monthly Labor Review, U.S. Bureau of Labor Statistics, Αύγουστος 1931, σελίδα 262, όπως αναφέρεται στο βιβλίο The Birth of Talkies, του Harry M. Geduld, Indiana University Press, 1975, σελ. 254
[6] Ibid, σελ. 256

Ηλέκτρα Βενάκη, 2001 -2007



Διαβάστε περισσότερα ...
ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟΥ ΗΧΟΥ ( Ι )

25 Ιουνίου 1925: Η Warner υπογράφει συμβόλαια με την Western Electric και η Vitaphone Corporation δημιουργείται.

6 Αυγούστου 1926: Η Warner παρουσιάζει για πρώτη φορά στον κινηματογράφο της στην Ν. Υ. σε κοινό, το σύστημα της Vitaphone, δηλαδή ένας δίσκος συγχρονίζεται με την εικόνα στη διάρκεια της προβολής. Η ταινία είναι ο Don Juan όπου δεν υπάρχουν διάλογοι, αλλά η μουσική και κάποια εφέ είναι συγχρονισμένα με την εικόνα.

6 Οκτωβρίου 1927: Ο τραγουδιστής της Τζαζ ( Jazz Singer με τον All Jolson) της Warner, προβάλλεται με το σύστημα Vitaphone. Ταινία διάρκειας 80 λεπτών περιέχει περίπου δύο λεπτά ήχο.

25 Μαΐου 1927: O Έβδομος Ουρανός ( Seventh Heaven) της Fox προβάλλεται με οπτικό ήχο, εγγεγραμμένο πάνω στο φιλμ, όπου ακούγονται μουσικά κομμάτια. Το σύστημα αυτό της FOX ονομάζεται Movietone.

1928: Οι Eisenstein, Poudomn Alexandrov, δημοσιεύουν στο περιοδικό Jizh Iskoustva μανιφέστο εκφράζοντας τις επιφυλάξεις τους για την είσοδο του ήχου στον βωβό κινηματογράφο.

6 Ιουλίου 1928: Lights of New York, της Warner είναι η πρώτη 100% ομιλούσα ταινία.

1928: H Disney παρουσιάζει την πρώτη ταινία που έχει ντυθεί ηχητικά ολοκληρωτικά στο Post-production. Τίτλος: Steamboat Willie.

1935: Πρώτη δημόσια προβολή ταινίας με στερεοφωνικό ήχο στο Παρίσι, Ο Ναπολέων, του Abel Gance.

1940: Προβάλλεται η ταινία Fantasia της Disney με πολυκάναλο οπτικό ήχο.

1952: Πρώτη προβολή του συστήματος Cinerama με ξεχωριστό 7κάναλο μαγνητικό ήχο.

1953: Πρώτη προβολή ταινίας Cinemascope με 4 κανάλια μαγνητικού ήχου, πάνω στην κινηματογραφική κόπια.

1955: Πρώτη προβολή της ταινίας Oklahoma! στο σύστημα Todd AO με ξεχωριστό εξακάναλο μαγνητικό ήχο.

1967: Παρουσιάζεται το σύστημα ΙΜΑΧ στην έκθεση του Montreal , στον Canada.

1972: Το Κουρδιστό Πορτοκάλι χρησιμοποιεί Dolby noise reduction για όλες τις premix και τα master ( για κόπιες με συμβατό μονοφωνικό οπτικό ήχο).

1974: Στο Φεστιβάλ Κανών παρουσιάζεται η ταινία Callan με οπτικό μονοφωνικό ήχο κωδικοποιημένο με Dolby A noise reduction.

1975: Lisztomania η πρώτη ταινία που παίχτηκε στους κινηματογράφους με Dolby Stereo.

1976: A Star is Born πρώτη ταινία με Dolby Stereo οπτικό ήχο με κωδικοποιημένα surround effects.

1977: Το Star Wars βγαίνει σε 46 αίθουσες με Dolby Stereo (και σε 70mm).

1977: Αποκάλυψη Τώρα είναι η πρώτη ταινία 70mm με ήχο stereo surround.

1982: Return of the Jedi είναι η πρώτη ταινία που προβλήθηκε σε αίθουσες επανδρωμένες με το σύστημα ΤΗΧ.

1987 (Ιούλιος): Πρώτη ταινία με Dolby SR το Robocop και Innerspace.

1990 (Απρίλιος): Το Dick Tracy του Warren Beatty προβάλλεται με το σύστημα Cinema Digital Sound (CDS) της Kodak και Optical Radiation Corporation.

1991 (Ιούνιος): Cyrano de Bergerac παρουσιάζεται στο Παρίσι με το σύστημα L.C. Concept

1992 (Ιούνιος): Batman Returns, πρώτη ταινία σε Dolby Stereo Digital

1993: Η ταινία του Spieleberg, Jurrassik Park , παίζεται στους κινηματογράφους με το νέο σύστημα DTS

1993: To Last Action Hero είναι η πρώτη ταινία που προβάλλεται στο σύστημα SDDS

1999: Star Wars The Phantom Menace με Dolby Digital Surround EX
Διαβάστε περισσότερα ...

ΟΠΤΙΚΟΣ ΑΝΑΛΟΓΙΚΟΣ ΗΧΟΣ (Τ)

Ο ήχος στον κινηματογράφο - όσο και αν φαίνεται περίεργο - είναι οπτικός. Δηλαδή, στις ταινίες που προβάλλονται στις αίθουσες, είτε είναι μονοφωνικές είτε πολυκάναλες, ο ήχος υπάρχει στην άκρη της εικόνας, στη γραφική του αναπαράσταση (δύο ίδιες εγγραφές, για λόγους ασφαλείας) όπως τη βλέπουμε στα βιβλία της φυσικής.
Κατά καιρούς οι κινηματογραφιστές προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν μαγνητικό ήχο, δηλαδή μαγνητική επίστρωση στην άκρη της εικόνας, ίδια και απαράλλακτη με αυτή των κοινών μαγνητοφώνων. Αυτός ο ήχος έχει σαφώς καλύτερη ποιότητα από τον οπτικό, είναι όμως πολύ πιο ακριβός και πολύ πιο ευαίσθητος στη συχνή χρήση. Μόνο οι ταινίες 70mm συνεχίζουν να έχουν μαγνητικό ήχο, διότι είναι ήδη πολύ ακριβές και το επιπλέον κόστος του ήχου δεν είναι απαγορευτικό. Οι ταινίες που βλέπουμε στην Ελλάδα είναι 35mm και φέρουν οπτικό ήχο. Πρέπει να διευκρινίσουμε εδώ, ότι μόνο σ' αυτό το τελικό στάδιο, πριν τη προβολή, ο ήχος γίνεται οπτικός. Σε όλες τις προηγούμενες διαδικασίες, στη λήψη, στο μοντάζ και στη μίξη χρησιμοποιείται μαγνητικός ή και ψηφιακός ήχος.

Από την αρχή του κινηματογράφου μέχρι το τέλος της «αναλογικής περιόδου» οι συνθήκες προβολής έχουν αλλάξει ελάχιστα. Η προβολή μιας ταινίας «τρέχει» με 24 καρέ το δευτερόλεπτο και ο ήχος παραμένει έως σήμερα γραμμένος πάνω στην κινηματογραφική κόπια, στην οπτική του μορφή. Η εικόνα περνά μπροστά από τον φακό της προβολής ενώ ο οπτικός ήχος "διαβάζεται" από διαφορετική κεφαλή η οποία είναι προσαρμοσμένη πάνω στη μηχανή προβολής.
Το διαθέσιμο πλάτος πάνω στο φιλμ για τον οπτικό αναλογικό ήχο είναι, μόλις, 2,54mm, στον οποίο χωρούσε μέχρι την επανάσταση της Dolby η διπλή εγγραφή της ίδιας ηχητικής μονοφωνικής μίξης.

Η ανάγκη στερεοφωνικού ήχου στον κινηματογράφο είναι πολύ παλιά. Όμως, το ηχητικό πεδίο που ανταποκρίνεται στη στερεοφωνία είναι πολύ πιο περιορισμένο από αυτό του μονοφωνικού ήχου. Μόνο οι θεατές που θα καθόντουσαν στο κέντρο της αίθουσας θα απολάμβαναν στερεοφωνικά τη ταινία. Οι υπόλοιποι, αδικημένοι, θα άκουγαν περισσότερο το δεξί ή το αριστερό κανάλι, ανάλογα με τη θέση που θα καθόντουσαν. Ένα κεντρικό κανάλι ήταν απαραίτητο για την σωστή τοποθέτηση του ήχου μέσα στην οθόνη για τους θεατές που δεν καθόντουσαν στο κέντρο της αίθουσας. Έτσι, οι απόπειρες στράφηκαν στη τετραφωνία. Εκτός από το δεξί και αριστερό κανάλι εκπομπής προστέθηκαν άλλα δύο: ένα στο κέντρο και ένα τέταρτο, στο βάθος της αίθουσας. Τα τρία πρώτα κανάλια, το αριστερό, το κεντρικό και το δεξί βρίσκονται πίσω από την οθόνη ενώ το τέταρτο, το λεγόμενο surround, βρίσκεται μέσα στην αίθουσα. Tα ηχεία του surround βρίσκονται πιο κοντά στους θεατές, απ' ότι τα ηχεία της οθόνης. Για να μην είναι κυρίαρχα και να μην αναγνωρίζεται η πηγή εκπομπής, το κανάλι αυτό ακούγεται με μια μικρή καθυστέρηση σε σχέση με τα κανάλια της οθόνης, δίνοντας τη ψευδαίσθηση ότι όλοι οι ήχοι ξεκινούν από την εικόνα.
Αυτή είναι η βασική αρχή της τετραφωνίας στον κινηματογράφο, που όλοι πλέον την αποκαλούμε απλοϊκά surround.
Το θέμα είναι γιατί άργησε τόσο πολύ η τετραφωνία να κερδίσει τον κινηματογράφο και ποιος είναι ο ρόλος της εταιρείας Dolby;
Ο βασικότερος λόγος είναι οι φυσικοί περιορισμοί του ίδιου του φιλμ, ως υλικού της ηχητικής εγγραφής, αλλά η εταιρεία Dolby βρήκε τη λύση και κυριάρχησε, τελικά, στην κινηματογραφική βιομηχανία, όσον αφορά τις ταινίες με αναλογικό ήχο.
Τα βασικά προβλήματα με τον οπτικό ήχο ήταν δύο: Ο θόρυβος βάσης, το λεγόμενο φύσημα, που υπάρχει στον οπτικό ήχο και ο περιορισμένος χώρος που έχει πάνω στο φιλμ. Τον θόρυβο βάσης η εταιρία Dolby τον περιόρισε από το στάδιο του μιξάζ ακόμα και στις μονοφωνικές ταινίες με τον αποθορυβοποιητή Dolby A από τις αρχές της δεκαετίας του ’70. Για να έχουμε τετραφωνία όμως, χρειαζόντουσαν τέσσερα τουλάχιστον κανάλια ήχου. Αλλά, τέσσερα κανάλια δε χωρούν σε δύο αναπαραστάσεις του οπτικού ήχου.

Η ΛΥΣΗ DOLBY

Και τότε, η εταιρεία Dolby σκέφτηκε... ότι χωρούν! Πρόσθεσε και τον γνωστό από την εποχή του μονοφωνικού κινηματογράφου αποθορυβοποιητή Dolby A και έδωσε τη λύση.
Η σκέψη ήταν απλή. Αντί οι οπτικές αναπαραστάσεις να φέρουν τις ίδιες ακριβώς πληροφορίες, μπορούσαν να φέρουν διαφορετικές. Αυτό πραγματοποιείται με μια κωδικοποίηση, 4 κανάλια σε 2 (encoding) κατά τη διάρκεια της τελικής μίξης όλων των ήχων της ταινίας, σύμφωνα με τις αισθητικές απαιτήσεις του δημιουργού, δηλαδή, τι θα ακούγεται από ποιο κανάλι. Κατά τη διάρκεια της προβολής στην αίθουσα, λειτουργεί η αποκωδικοποίηση 2:4 (decoding) και έχουμε ξανά τους ήχους μοιρασμένους στις τέσσερις μεριές, όπως το έχει φανταστεί ο σκηνοθέτης με τους συνεργάτες του.
Το πρόβλημα του φυσήματος λύθηκε με έναν αποθορυβοποιητή τύπου Dolby A, (ο οποίος χρησιμοποιήθηκε και σε μονοφωνικές ταινίες) ή Dοlby SR (spectral recording). Ο Dolby A εμφανίζεται στην αγορά το 1967, ενώ ο Dolby SR, πιο εξελιγμένος αποθορυβοποιητής, που παίρνει υπ' όψιν του τη συμπεριφορά του ανθρώπινου αυτιού, εμφανίζεται μόλις το 1987. Το σύστημα αυτό φτάνει λίγο αργοπορημένα διότι εν τω μεταξύ έχει εμφανισθεί η ψηφιακή εγγραφή του ήχου πάνω στο υλικό. Για τον αναλογικό όμως ήχο παραμένει η εγγύηση της καλύτερης ποιότητας.
Η κινηματογραφική ταινία 35mm, με αναλογικό ήχο, που έχει χρησιμοποιήσει ένα από τα δύο συστήματα Dolby, φέρει το ανάλογο λογότυπο στο τέλος των τίτλων. Για να προβληθεί σωστά, η αίθουσα πρέπει να είναι επανδρωμένη με το ανάλογο σύστημα. Δηλαδή, μία ταινία που φέρει το λογότυπο Dolby Stereo, μπορεί να παιχτεί σε μία αίθουσα με το ανάλογο ηχητικό σύστημα. Μια αίθουσα με το λογότυπο Dοlby Stereo SR αποδίδει πιστά ταινίες μιξαρισμένες με το σύστημα Dolby SR.


Ηλέκτρα Βενάκη

Διαβάστε περισσότερα ...

ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΗΧΟΣ ΣΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ

Ο κινηματογράφος μαζί με το ραδιόφωνο και την τηλεόραση χρησιμοποιούσαν μέχρι πρόσφατα και χρησιμοποιούν ακόμη σε μεγάλο ποσοστό τον αναλογικό ήχο. Αυτή η καθυστέρηση, οφείλεται, από τη μια, στο γνωστό σκεπτικισμό των επαγγελματιών, από την άλλη όμως είναι αρκετά πολύπλοκη και ακριβή η προσαρμογή όλων των μηχανημάτων μιας τόσο μεγάλης παραγωγής οπτικοακουστικών προϊόντων. Και χρειάζεται χρόνος.

Στον κινηματογράφο, η ψηφιακή εγγραφή του ήχου στη διάρκεια του γυρίσματος ή στο στάδιο του μοντάζ και του μιξάζ έχει κερδίσει έδαφος εδώ και πολύ καιρό ακόμη και στην Ελλάδα. Το κόστος του δεν είναι μεγάλο και τ' αποτελέσματα έχουν αρκετό ενδιαφέρον. Υπάρχουν "παντρέματα" αναλογικού ήχου, π.χ της πρόζας, με μουσική γραμμένη ψηφιακά και ψηφιακά ηχητικά εφφέ με ήχους αναλογικούς βροχής, αέρα ...

Το πρόβλημα ήταν και παραμένει στο στάδιο της τελικής κόπιας, αυτής δηλαδή που θα βγει στην αίθουσα. Η κόπια που φτάνει στους κινηματογράφους έχει τον ήχο εγγεγραμμένο στο ένα της άκρο και είναι οπτικός. Ο οπτικός αναλογικός ήχος ήταν μέχρι πρότινος αξεπέραστος. Η μαγνητική επίστρωση, όντας πανάκριβη και λίαν ευαίσθητη, δεν κέρδισε την μαζική παραγωγή ταινιών στο εμπορικό format των 35mm. Χρησιμοποιήθηκε μόνο στις ακριβές υπερπαραγωγές των 70mm, και ελάχιστοι τυχεροί κατάφεραν να απολαύσουν τον υπέροχο ήχο της στις μετρημένες στα δάχτυλα επανδρωμένες με αυτό το σύστημα κινηματογραφικές αίθουσες. Έτσι, οι άνθρωποι του κινηματογράφου ζουν εδώ και χρόνια με τον εφιάλτη του οπτικού αναλογικού ήχου, τις εγγενείς δυσκολίες και περιορισμούς που έθετε το ίδιο το υλικό: φθορά από τη χρήση, δημιουργία ενοχλητικού βόμβου που κουράζει τον ακροατή, περιορισμοί της έντασης... Στην καλύτερη περίπτωση (αυτής του Dolby) υπάρχουν ακόμη περιορισμοί στη χρήση των καναλιών ήχου λόγω της κωδικοποίησης 4:2:4.

Μέσα στα χρόνια, μετά το '50 κυρίως, όπου οι αισθητικές αναζητήσεις των κινηματογραφιστών απλώθηκαν και στον τομέα του ήχου, η έλλειψη εκφραστικών δυνατοτήτων που οφειλόταν καθαρά σε τεχνικά προβλήματα και κυρίως στις περιορισμένες αντοχές του οπτικού, απογοήτευαν οικτρά μιξέρ και σκηνοθέτες που ήταν ευχαριστημένοι από την μίξη στο μαγνητικό. Όλα αυτά προκάλεσαν κάποια βήματα, έστω δειλά ή ακόμη και αποτυχημένα προς τη κατεύθυνση αντικατάστασης του οπτικού υλικού με κάποιο άλλο.

Ο ψηφιακός ήχος ήταν η λύση που θα μπορούσε να απελευθερώσει τη καλλιτεχνική έκφραση και να δημιουργήσει έναν κινηματογραφικό ήχο ισάξιο σε ποιότητα ή τουλάχιστον έντιμα ανταγωνιστικό προς τον οικιακό, των Hi-fi.
Υπήρξαν πρακτικές δυσκολίες ως προς την εφαρμογή του στον κινηματογράφο που δημιούργησαν μεγάλες καθυστερήσεις στην χρησιμοποίηση του. Στο χώρο τοποθέτησης του ψηφιακού ήχου (το διαθέσιμο πλάτος πάνω στο φιλμ για τον οπτικό αναλογικό ήχο είναι, μόλις, 2,54mm), στο πως θα διαβαζόταν, και διάφορα άλλα.

Τα ψηφιακά συστήματα ήχου για κινηματογραφική προβολή 35mm, σχεδιάστηκαν για να αναπαράγουν ήχο πλήρους εύρους συχνοτήτων, με έξι ξεχωριστά κανάλια ικανά να δημιουργήσουν ένα ηχητικό τρισδιάστατο πεδίο που θα απλώνεται μέσα στην αίθουσα και θα αγκαλιάζει τον θεατή. Πιστεύοντας πάντα, ότι ο ήχος πρέπει να γεννιέται από την εικόνα, τα τρία κύρια κανάλια βρίσκονται πίσω από την οθόνη, όπως ακριβώς τα αντίστοιχα του τετρακαναλικού αναλογικού Dolby. Τα περιφερειακά κανάλια γίνονται δύο και αφιερώνεται ένα ολόκληρο κανάλι στο μπάσο (το subwoofer) που επιτρέπει την απόλαυση του βαθύ χαμηλού. Το σύνολο των 6 ξεχωριστών καναλιών προσφέρει νέες εκφραστικές δυνατότητες στους δημιουργούς και, βέβαια, νέα προβλήματα.

Η βασική καινοτομία του ψηφιακού ήχου στον κινηματογράφο, πέρα από την υψηλή ακουστική του ποιότητα είναι οι ευκολίες και οι νέες δυνατότητες που παρέχει στο μιξάζ της ταινίας. Επειδή τα κανάλια δεν περνούν από την κωδικοποίηση 4:2:4, αλλά είναι ξεχωριστά, δεν υπάρχουν περιορισμοί στη χρήση τους. Μπορούμε κάλλιστα να μην έχουμε κανέναν ήχο στο κέντρο ή σε κάποιο άλλο κανάλι και να μοιράζουμε τους ήχους με απόλυτη ακρίβεια και ελευθερία. Αυτό έλυσε τα χέρια των σκηνοθετών και των συνεργατών τους, που μπορούν πλέον να πειραματιστούν δημιουργώντας τολμηρότατες αισθητικές και αφηγηματικές προτάσεις.

ΤΑ ΠΡΩΤΑ ΒΗΜΑΤΑ

Οι πρώτες απόπειρες ψηφιακού ήχου πάνω στην τελική κόπια έγιναν το 1990 από την Kodak και την Optical Radiation Corporation. Oι εταιρείες αυτές παρουσιάζουν στις 17 Απριλίου του 1990 το σύστημα CDS (Cinema Digital Sound) και η πρώτη ταινία με εγγεγραμμένο ψηφιακό ήχο στην άκρη της εικόνας είναι το Dick Tracy του Warren Beatty. Επίσης, το Terminator2 του James Cameron είχε και αυτό, χρησιμοποιήσει το ηχητικό σύστημα CDS. Στην αρχή αφορούσε μόνο ταινίες 70mm, δηλαδή τις πανάκριβες υπερπαραγωγές και το σημαντικότερο, δεν είχε αναλογικό οπτικό κανάλι (είχε αφιερώσει όλο το χώρο στον ψηφιακό ήχο). Με αποτέλεσμα να μη μπορεί να παίζεται στη πλειοψηφία των αιθουσών οι οποίες είχαν μόνο την απλή οπτική κεφαλή και δεν ήταν επανδρωμένες με αυτό το σύστημα. Όντας δύσχρηστο και ακριβό, δεν κατάφερε να επιβληθεί στην αγορά.
Παράλληλα, στη Γαλλία το σύστημα L.C.Concept προτείνει το διαχωρισμό της εικόνας από τον ήχο. Πάνω στην εικόνα δεν υπάρχει πλέον ο ήχος αλλά ένας κωδικός (SMPTE) που επιτρέπει τον συγχρονισμό ενός ψηφιακού οπτικό-μαγνητικού δίσκου που περιέχει τον ήχο.
Αυτό το σύστημα διαχωρισμού εικόνας και ήχου, είχε απασχολήσει και την εταιρεία Studer που μαζί με την Philips πρότειναν τη χρήση ενός CD-I για το "διάβασμα" του ήχου. Το σύστημα όμως αυτό ποτέ δεν έγινε εμπορεύσιμο.
Το γαλλικό L.C.Concept λειτούργησε στη Γαλλία και η πρώτη ταινία που προβλήθηκε με αυτό το σύστημα ψηφιακού ήχου ήταν το Cyrano de Bergerac του Jean-Paul Rappeneau στις 25 Ιουνίου 1991.
Δεν κατάφερε να επιβληθεί στην Αμερικάνικη αγορά και οι αίθουσες δεν επενδύουν σ' αυτό, αφού η μεγαλύτερη παραγωγή στον κόσμο δεν το έχει υιοθετήσει. Επιμένει όμως, και υπάρχουν κάποιες αμερικάνικες παραγωγές που το χρησιμοποίησαν στις κόπιες που παίζονται στην Γαλλία, αφού υπάρχει δίκτυο διανομής σε αυτό το σύστημα. Κάποιες από αυτές είναι: το Βασικό Ένστικτο, το Arizona Dream, το Heaven and Earth, το Free Willy και Tα Μαύρα Φεγγάρια του Έρωτα.

ΑΠΟ ΤΟΤΕ ΕΩΣ ΣΗΜΕΡΑ...

Σήμερα, 3 συστήματα Αμερικάνικων εταιρειών έχουν επιβληθεί στην κινηματογραφική βιομηχανία. Τα Dolby Stereo Digital (DSD), το Sony Dynamic Digital Sound (SDDS) και το Digital Theater Sound (DTS).
Τα δύο πρώτα φέρουν τον ψηφιακό ήχο πάνω στην κόπια ενώ το DTS χρησιμοποιεί για τον ήχο δύο δίσκους CD-ROM.
Στη μέθοδο με εγγραφή του ήχου πάνω στο οπτικό υλικό, το μειονέκτημα είναι ότι ο χώρος που υπάρχει διαθέσιμος για τον ήχο είναι πολύ περιορισμένος για να χωρέσει πολλά αναλογικά κανάλια ή ψηφιακά δεδομένα χωρίς συμπίεση. Το "spot", η μονάδα πληροφορίας στον ψηφιακό κινηματογραφικό ήχο, είναι πολύ μεγαλύτερη σε διαστάσεις από αυτή του CD. Συγχρόνως, το "spot" πρέπει να μεταφέρει πληροφορίες 6 καναλιών αντί για δύο. Υποχρεωτικά λοιπόν υπάρχει απώλεια ηχητικού σήματος λόγω συμπίεσης δεδομένων που θεωρητικά δεν την αντιλαμβάνεται το ανθρώπινο αυτί!!
Στο δεύτερο σύστημα, του συγχρονισμού της προβολής της εικόνας μ' έναν δίσκο ψηφιακό πλέον, είτε λέγεται CD-I (χρησιμοποιήθηκε από το CDS), ή CD-ROM (χρησιμοποιείται από το DTS), ή οπτικο-μαγνητικός (του L.C.Concept) τα δεδομένα και τα μειονεκτήματα είναι τελείως διαφορετικά. Η συμπίεση, μπορεί να είναι πολύ μικρότερη, ακόμη και ανύπαρκτη. Αλλά το πρόβλημα είναι (ή μάλλον ήταν) στο υλικό και στις δυσκολίες που δημιουργούνται από την ίδια τη φύση του φιλμ. Το φιλμ, από τη χρήση ή άλλη αιτία μπορεί να κοπεί και να χαθούν κάποια καρέ, κάποιες εικόνες. Το ηχητικό μέρος όμως που τους αναλογεί υπάρχει στον ψηφιακό δίσκο. Αν δεν καταργηθούν με κάποιο τρόπο αυτά τα ηχητικά δεδομένα η ταινία είναι ασύγχρονη. Ο συγχρονισμός βέβαια γίνεται αυτόματα πλέον από την ανάγνωση του time code. Έτσι, ο δίσκος διαβάζει πάντα τον κωδικό που αναλογεί στην εικόνα και αφήνει στην άκρη αυτούς που έχουν χαθεί. Οι υπέρμαχοι του ήχου πάνω στην ταινία, υποστηρίζουν ότι, λόγω της διανομής μιας ταινίας σε πολλές αίθουσες, υπάρχει κίνδυνος μπερδέματος των δίσκων με αποτέλεσμα να γίνονται λάθη ή ακόμη και να μην φτάσουν ποτέ στη καμπίνα προβολής.
Σήμερα στην αγορά κυριαρχούν και τα τρία συστήματα, οι συζητήσεις δε για τις διαφορές ποιότητας έχουν μειωθεί στο ελάχιστο μιας και το συχνότερο φαινόμενο είναι η τριπλή παρουσία στις ταινίες αμερικάνικης παραγωγής και η παρουσία της Dolby ή του DTS στην υπόλοιπη παγκόσμια παραγωγή.

DOLBY SR.D ή Dolby Digital

Το Dolby Digital Sound εμφανίζεται στην αγορά το 1992 με την ταινία Batman Returns. Πρόκειται για ένα διπλό σύστημα που φέρει αναλογικό οπτικό ήχο Dolby SR και ανάμεσα στις τρύπες του φιλμ είναι γραμμένος ο ψηφιακός, ώστε σε περίπτωση έλλειψης ή βλάβης του ψηφιακού συστήματος να μπορεί να διαβαστεί ο αναλογικός ήχος. Η ψηφιακή εγγραφή έχει 6 ξεχωριστά κανάλια. Τα τρία γνωστά αριστερό, κέντρο, δεξιό, δύο κανάλια surround και ένα Subwoofer. Λόγω της ασυνέχειας της ψηφιακής εγγραφής και της μεγάλης ποσότητας πληροφορίας που περιέχει το DSD ή αλλιώς Dolby SR.D χρησιμοποιεί μεγάλη συμπίεση του ηχητικού σήματος σε αναλογία 10 προς 1. Ο χώρος βέβαια, ανάμεσα στις τρύπες του φιλμ είναι μεγάλος αλλά αρκετά ευαίσθητος στο να φθαρεί ή να σκιστεί από τα συχνά περάσματα του φιλμ στη μηχανή προβολής. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την συχνή επιστροφή του ήχου στο αναλογικό track κατά τη διάρκεια της προβολής. Το ψηφιακό σήμα τυπώνεται στο ίδιο φιλμ με τον αναλογικό ήχο και περνά από τον ίδιο οπτικό εγγραφέα που περνά και το αναλογικό track. Ο οπτικός εγγραφέας υπήρχε ήδη σχεδόν σε όλα τα κινηματογραφικά εργαστήρια και με μια ανάλογη μετατροπή εγγράφει και το ψηφιακό σήμα.
Για να προβληθεί μια ταινία με Dolby SR.D, χρειάζεται επιπλέον η κατάλληλη κεφαλή ανάγνωσης του ψηφιακού σήματος, η οποία προσαρμόζεται πάνω στην μηχανή προβολής και ένας ψηφιακός αποκωδικοποιητής. Βέβαια, εξίσου σημαντική είναι η αναβάθμιση της ακουστικής της αίθουσας.
Το Dolby SR.D δεν βρήκε ιδιαίτερες δυσκολίες να κυριαρχήσει στην αγορά, διότι οι περισσότερες αίθουσες είχαν ήδη το αναλογικό του σύστημα και με ελάχιστες μετατροπές μπορούσαν να δεχτούν το ψηφιακό.

SONY SDDS

Το SDDS της εταιρείας Sony κάνει την εμφάνιση του το καλοκαίρι του 1993, συγχρόνως με το DTS. Πρώτη ταινία με αυτό το ηχητικό σύστημα ήταν το Last Action Hero.
Το SDDS χρησιμοποιεί το ίδιο σύστημα με τo Dolby, δηλαδή εγγραφή του ψηφιακού σήματος πάνω στην ταινία, στις δύο άκρες του φιλμ, θέση εξίσου αν όχι πιο ευαίσθητη απ' αυτήν της Dolby. Στην κόπια υπάρχει αναλογικό οπτικό track Dolby Stereo (A ή SR). Και τα δύο tracks τυπώνονται στο ίδιο φιλμ. Η θέση όμως του ψηφιακού σήματος (στις άκρες της ταινίας) και η δυσκολία εγγραφής της πληροφορίας σ' αυτά τα σημεία υποχρέωσε την Sony να κατασκευάσει ειδικούς οπτικούς εγγραφείς για τα εργαστήρια. Σήμερα υπάρχουν ακόμη ελάχιστες τέτοιες μηχανές και το κόστος τους είναι αρκετά υψηλό.
Ο εξοπλισμός που αφορά την αίθουσα αποτελείται από ένα σύστημα ανάγνωσης της ψηφιακής πληροφορίας και έναν αποκωδικοποιητή ο οποίος αναπαράγει τον ψηφιακό ήχο. Ο ήχος του SDDS περιέχει 8 κανάλια, τα έξι γνωστά από το Dolby, συν ένα αριστερό/ κέντρο και ένα δεξί/ κέντρο. Σε περίπτωση όπου η αίθουσα δεν έχει τις ανάλογες εγκαταστάσεις για να αποδώσει τα 8 κανάλια, μπορεί να γίνει εξακάναλη αναπαραγωγή του ήχου. Η συμπίεση των ψηφιακών δεδομένων είναι μικρότερη από αυτή του Dolby SR.D, της τάξης 6/1. Το ενδιαφέρον με το σύστημα της Sony είναι ότι αν η ψηφιακή πληροφορία δεν μπορεί να διαβαστεί λόγω πολυχρησιμοποιημένης κόπιας και γενικότερης φθοράς, πριν περάσει στη λύση του αναλογικού back-up, χρησιμοποιεί ένα δεύτερο ψηφιακό σύστημα. Μπορεί για ολόκληρα 17 καρέ να υποστεί φθορά και να παραμείνει στο ψηφιακό!!!
Το σύστημα της Sony είναι το ακριβότερο από τα τρία, αλλά η εταιρεία συνεχίζει δημιουργεί ιδιαίτερα δελεαστικές προσφορές με σκοπό να κερδίσει μεγάλο κομμάτι της αγοράς.

DTS

Το outsider DTS από το Westlake Village της Καλιφόρνια, το 1993 κερδίζει την εμπιστοσύνη του Steven Spielberg και χρησιμοποιείται για πρώτη φορά στην ταινία Jurassic Park. Εντυπωσιακά γρήγορα κερδίζει την αγορά σε αντίθεση με την χλιαρή υποδοχή που είχαν κάνει στα προηγούμενα ψηφιακά συστήματα οι αιθουσάρχες και οι κινηματογραφικές βιομηχανίες. Το σύστημα αυτό ξεχωρίζει την εικόνα από τον ήχο. Κάθε ταινία συνοδεύεται από 2 δίσκους CD-ROM που περιέχουν το ψηφιακό soundtrack. Πάνω στο φιλμ βρίσκεται εγγεγραμμένος ανάμεσα στον αναλογικό ήχο και την εικόνα μόνο ο κωδικός που οδηγεί τα CD-ROM.
Μην έχοντας το περιορισμό του χώρου του φιλμ για την αποθήκευση των δεδομένων, το DTS προσφέρει μικρότερη συμπίεση από τα άλλα δύο συστήματα, της τάξης του 4/1 και διαθέτει κι αυτό 6 ξεχωριστά κανάλια.
Παρέχει μεγαλύτερη ασφάλεια διότι η φθορά της κόπιας δεν επιβαρύνει στο ελάχιστο τον ήχο. Επίσης, μόνο με αυτό το ψηφιακό σύστημα, σε περίπτωση doublage της ταινίας σε άλλη γλώσσα, οι παραγωγοί δεν είναι υποχρεωμένοι να τυπώσουν άλλη κόπια μιας και ο ήχος δεν βρίσκεται πάνω σ' αυτήν.(Όπως είναι ευνόητο, το ίδιο συμβαίνει και με το L.C.Concept).
Σε περίπτωση, δε, κάποιου προβλήματος κατά τη διάρκεια της προβολής, ή ελλείψει ανάλογου συστήματος ανάγνωσης στην αίθουσα, ο ήχος γυρίζει στο οπτικό αναλογικό τετρακαναλικό Dolby ( Α ή SR), ή οποιοδήποτε άλλο συμβατό, το οποίο συνυπάρχει στην κόπια.
Χάριν στην υποστήριξη του Spielberg και την έμμεση πίεση που άσκησε στους αιθουσάρχες να εγκαταστήσουν το σύστημα για την προβολή του Jurassic Parc, η Universal το υιοθέτησε ως ηχητικό σύστημα της εταιρείας της. Από τότε, με καλπάζουσα ταχύτητα, οι εταιρείες παραγωγής και κατ' επέκταση οι αιθουσάρχες επενδύουν σ' αυτό. Κάτι ανάλογο είχε συμβεί με το αναλογικό οπτικό Dolby στις αρχές της δεκαετίας του '70 για τα έπη των Spielberg και Lucas!

ΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΗΧ

Στα τέλη της δεκαετίας του 70, ο Georges Lucas, παρακολουθώντας σε διάφορες αίθουσες τη ταινία του Star Wars, απογοητεύτηκε οικτρά από τη φτωχή απόδοση της ηχητικής του μπάντας στην αίθουσα, ενώ είχε κάνει πολύ λεπτομερή δουλειά στους ήχους, κατά τη διάρκεια της παραγωγής. Πολλοί σκηνοθέτες νοιώθουν την ίδια απογοήτευση μέσα στην αίθουσα, αλλά δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να επέμβουν. Ο Lucas είχε, και ευτυχώς, το έκανε.
Έτσι δημιουργήθηκε το σύστημα ΤΗΧ που αφορά την ποιότητα της ακουστικής της αίθουσας. Για να μην υπάρξει σύγχυση, πρέπει να (ξανά)πούμε ότι το ΤΗΧ δεν είναι ανταγωνιστής της Dolby, της DTS ή του SDDS ούτε συγκρίνονται αυτά τα συστήματα μεταξύ τους. Το ΤΗΧ δεν επεμβαίνει καθόλου τον ήχο μιας ταινίας, ασχολείται μόνο με την ποιότητα της αίθουσας. Όταν μια αίθουσα φέρει το λογότυπο ΤΗΧ (ανεξάρτητα από οποιοδήποτε σύστημα αναπαραγωγής ήχου διαθέτει), σημαίνει ότι πληροί τις προϋποθέσεις της εταιρείας Lucasfilm και αποτελεί εγγύηση για την καλή ακουστική της. Η Lucasfilm προτείνει ένα ολόκληρο πρόγραμμα που αφορά το χώρο και την ακουστική της αίθουσας, την ευκρίνεια της εικόνας και την καλύτερη απόδοση του ήχου. Το σήμα κατατεθέν ΤΗΧ ενοικιάζεται για ένα χρόνο. Η ενοικίαση επαναλαμβάνεται μετά από τεχνικό έλεγχο.
Υπάρχουν δύο σκέλη στο πρόγραμμα ΤΗΧ. Το εμπορικό και το τεχνικό.
Το εμπορικό περιέχει: 1). Επιλογή του χώρου. 2).Έλεγχος των πλάνων.
3). Έγκριση της άδειας. 4) Εγκατάσταση του συστήματος. 5). Βεβαίωση ΤΗΧ. 6). Περιοδικός τεχνικός έλεγχος (κάθε χρόνο).
Το τεχνικό βασίζεται στα κριτήρια ακουστικής και την επιβεβαίωση ποιότητας, μέσω τεστ, των μηχανημάτων αναπαραγωγής του ήχου. Δηλαδή, το ΤΗΧ επιβάλλει σε μία αίθουσα τις σταθερές ποιότητες, που στις άλλες, είναι απλώς υποθέσεις ή υποδείξεις.
Με δυο λόγια το σύστημα ΤΗΧ αποτελείται από τον τοίχο ΤΗΧ, που βρίσκεται πίσω από την οθόνη και πάνω σ' αυτόν βρίσκονται τα ηχεία. Ο χώρος ανάμεσα στο τοίχος και τον τοίχο της αίθουσας καλύπτεται από απορροφητικά υλικά ούτως ώστε να απορροφά τα πίσω κύματα. Αυτός ο κλειστός χώρος λειτουργεί σαν ένα πολύ μεγάλο ηχείο.
Συγχρόνως υπάρχει στην καμπίνα προβολής το φίλτρο ΤΗΧ το οποίο χωρίζει το φάσμα την υψηλών και χαμηλών συχνοτήτων πριν περάσει το σήμα μέσα από τους ενισχυτές. Αυτή η μέθοδος βελτιώνει σημαντικά τη ποιότητα της ακρόασης. Το φίλτρο ΤΗΧ είναι πάντα προς ενοικίαση και είναι αυτό που αφαιρείται από την αίθουσα αν σταματήσει να χαίρει της εμπιστοσύνης της Lucasfilm.
Τώρα, αν το λογότυπο ΤΗΧ έχει σχέση με τον κατασκευαστή του, Τomlinson Holman και τη λέξη eXperiment, ή με την πρώτη ταινία του George Lucas, με τίτλο ΤΗΧ 1138, δεν έχει και μεγάλη σημασία. Είναι απλώς ανεκδοτολογικό.

Πλέον υπάρχουν και άλλα συστήματα που βελτιώνουν την ακουστική της αίθουσας, οι συζητήσεις είναι πολλές σε σχέση με τις ποιότητες και τις διαφορές τους. Το σίγουρο είναι ότι μια αίθουσα με προδιαγραφές ΤΗΧ μπορεί να προσφέρει μεγάλη απόλαυση οπτική και ηχητική. Δεν σημαίνει , όμως, απαραίτητα, ότι μια αίθουσα χωρίς ΤΗΧ δεν απαντά στις προϋποθέσεις για μία ιδανική ηχο-θέαση. Απλώς δεν έχει νοικιάσει το σύστημα. Πολλοί αρχιτέκτονες σήμερα ειδικεύονται και ασχολούνται σοβαρά με την ακουστική της αίθουσας. Το πρόβλημα, βέβαια, που δημιουργείται από όλη αυτή τη πληθώρα θεωριών και τη συνεχή αναζήτηση της τέλειας ακουστικής, είναι η πιθανή απομόνωση του ηχο-θεατή στην καρέκλα του με τον ατομικό ενισχυμένο του ήχο, χωρίς καμία αντήχηση που να του δηλώνει το μέγεθος της αίθουσας μέσα στην οποία βρίσκεται, χωρίς, τελικά, καμία επαφή με τον γείτονά του. Προτάσεις και διαφωνίες σε σχέση με την καταλληλότητα του ζωντανού ή του ουδέτερου χώρου προβολής, αποτελούν ένα από τα σοβαρότερα θέματα σήμερα. Ο ήχος είναι ζωντανό πράγμα, και οι βελτιώσεις που γίνονται πάνω στην εγγραφή του στο φιλμ είναι πολύ σημαντικές για το καλλιτεχνικό έργο. Είναι κρίμα λοιπόν να βρίσκουν στην αίθουσα μια "αντισηπτική" αντιμετώπιση.

Ηλέκτρα Βενάκη

Διαβάστε περισσότερα ...