8 Οκτ 2007

ΨΗΦΙΑΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ (Τ)

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό HiTECH, τεύχος 75, Οκτώβριος 2002

Ο κινηματογράφος είναι ένα αναλογικό σάντουιτς με ψηφιακό περιεχόμενο” είχε δηλώσει κάποτε, όχι πολύ καιρό πριν, τέσσερα, πέντε χρόνια μόνο, ο γκουρού του κινηματογράφου, Walter Murch.

Σήμερα όμως το τοπίο έχει αλλάξει και έχει αλλάξει τόσο πολύ, που αυτή η φράση, η τόσο πετυχημένη τότε, να μην έχει νόημα πια. Ποιος κινηματογράφος; Ο κινηματογράφος του Χόλιγουντ; Ο κινηματογράφος της Ελλάδας; Ο κινηματογράφος του Internet; Ποιος από όλους;

Η φράση του Murch σημαίνει με απλά λόγια ότι ο κινηματογράφος έχει τρία στάδια: της παραγωγής, του post-production και της προβολής. Μόνο το μεσαίο στάδιο ήταν μέχρι σήμερα ψηφιακό. Τα άλλα δύο παρέμεναν τα οχυρά του φιλμ.
Όμως, μέσα σε λίγο καιρό τα δεδομένα έχουν αλλάξει άρδην. Η εξάπλωση του DVD και του Internet –δύο τόσο διαφορετικών πραγμάτων– έχει παίξει τεράστιο ρόλο στη διαμόρφωση του νέου τοπίου, το οποίο, είναι αλήθεια, φαντάζει μαγικό και πολλά υποσχόμενο.
Ένα είναι το κοινό στοιχείο όλων αυτών των κινηματογραφιών –πέρα από το διακαή κοινό πόθο όλων αυτών των καλλιτεχνών να επικοινωνήσουν με τους συνανθρώπους τους, να τους πουν μια ιστορία: ότι σε κάποιο στάδιο της παραγωγής τους χρησιμοποιούν ήδη ψηφιακή τεχνολογία. Η ποιότητα της ψηφιακής τεχνολογίας και τα στάδια στα οποία τη χρησιμοποιούν, τις διαφοροποιεί προς το παρόν.

Υπάρχουν οι ταινίες του Χόλιγουντ ή, τέλος πάντων, σαν του Χόλιγουντ. Πρόκειται για ταινίες που κατά τη διάρκεια της παραγωγής τους κανείς δεν ενδιαφέρεται για το πού βρίσκεται ο προϋπολογισμός (είναι τόσο ψηλά, που κανείς δεν τον κοιτάζει), ταινίες που έχουν μεγάλη διαφήμιση και παίζονται σε όλο τον κόσμο ή, τέλος πάντων, σε μεγάλο μέρος του, ταινίες που ανήκουν στη μεγαλύτερη παγκοσμίως βιομηχανία έπειτα από αυτήν των όπλων. Οι ταινίες αυτές αξιοποιούν εδώ και χρόνια ψηφιακή τεχνολογία υψηλών απαιτήσεων σε πολλά στάδια της παραγωγής τους. Έχουν πολλά ειδικά ή οπτικά εφέ, άρα χρησιμοποιούν σε αρκετά στάδια τις τεράστιες δυνατότητες πανάκριβων ψηφιακών μηχανημάτων. Υπάρχουν άπειρα παραδείγματα τα τελευταία χρόνια, στα οποία τα ψηφιακά γυρίσματα με κούκλες, κινούμενα 3D ή 2D και ό,τι άλλο φανταστείτε είναι ίδιου ή και μεγαλύτερου όγκου με το “κανονικό” γύρισμα σε φιλμ. Πλέον, μόνο ένα μέρος του αρχικού υλικού είναι γυρισμένο σε φιλμ. Το μοντάζ από πολλά χρόνια γίνεται εξ ολοκλήρου σε υπολογιστές και μόνο το τελικό αποτέλεσμα μοντάρεται στο φιλμ. Ο ήχος είναι από το γύρισμα ψηφιακός εδώ και δεκαετίες και σε όλες τις περιπτώσεις –τουλάχιστον δέκα χρόνια τώρα, όταν προβλήθηκε για πρώτη φορά ταινία με ψηφιακό ήχο Dolby Digital– δεν περνά ποτέ από αναλογικό στάδιο. Πάνω στην ταινία είναι εγγεγραμμένος ο ψηφιακός ήχος, ενώ υπάρχει ακόμα και η εγγραφή του οπτικού, αναλογικού ήχου για τις περιπτώσεις που μικρές αίθουσες (όπως αυτές που βρίσκονται σε αρκετά σημεία της Ελλάδας, λόγου χάρη) δεν έχουν εξοπλιστεί ακόμα με τα ανάλογα συστήματα. Το εταλονάζ της εικόνας (διόρθωση χρωμάτων και τόνων) πραγματοποιείται σε ψηφιακές κονσόλες, για να δέσουν τα εφέ με τα φυσικά γυρίσματα, αλλά και επειδή ακόμα και χωρίς εφέ οι ψηφιακές κονσόλες είναι πλέον καλύτερες. Το τελικό αποτέλεσμα, όμως, ακόμα μεταγράφεται σε φιλμ, αλλά και σε αυτό το στάδιο η γκάμα είναι μεγάλη. Συχνά το φιλμ είναι 70mm ή 65mm 65Super και το τελικό αποτέλεσμα μεταφέρεται σε φιλμ 70mm. Για τη διανομή όμως σε χώρες όπως η Ελλάδα, όπου δεν υπάρχει ούτε μία αίθουσα με προβολή 70mm, γίνονται κόπιες σε 35mm. Έως εδώ ισχύει η φράση του Murch.

Ώσπου τη 18η Ιουνίου 1999 έγινε η πρώτη ψηφιακή προβολή της ταινίας του Λούκας “Star Wars” σε αίθουσες στο Λος Άντζελες και τη Νέα Υόρκη. Δηλαδή, η ταινία δεν μεταγράφτηκε σε φιλμ, αλλά έμεινε στην ψηφιακή της μορφή, έπειτα από όλη τη διαδικασία του post-production, αποθηκεύτηκε σε σκληρούς δίσκους και προβλήθηκε στις αίθουσες. Ο “Ταρζάν” της Disney ακολούθησε αμέσως μετά και, επειδή ήταν κινούμενο σχέδιο, είναι η πρώτη ταινία στην οποία δεν χρησιμοποιήθηκε καθόλου φιλμ σε κανένα από τα στάδια παραγωγής της. Προβλήθηκε με τον ίδιο τρόπο και η Disney τύπωσε κόπιες για τις αίθουσες που δεν έχουν ακόμα ψηφιακή προβολή.
Υπάρχει όμως και συνέχεια: η δεύτερη ταινία της νέας σειράς του Λούκας, “Star Wars”, γυρίστηκε όλη με την ψηφιακή μηχανή CineAlta της Sony, με σκοπό να προβληθεί σε κάποιες αίθουσες ψηφιακά, χωρίς δηλαδή τη μεσολάβηση του φιλμ σε κανένα στάδιο της παραγωγής και της προβολής της. Στις ταινίες που δεν έχουν φυσικά γυρίσματα, το να ξεπεράσουν το πρώτο στάδιο, αυτό του γυρίσματος, φαίνεται και εύλογο και εύκολο. Αλλά για τις ταινίες με ηθοποιούς και φυσικούς χώρους, το φιλμ παρέμενε –και ίσως παραμένει για κάποιους– η βασική μήτρα συλλογής υλικού. Πιο εύκολο ακούγεται να πειστούν τα μεγάλα στούντιο και οι σκηνοθέτες να προβάλλουν τις ταινίες τους ψηφιακά, παρά να τις γυρίζουν εξ ολοκλήρου με ψηφιακές κάμερες.
Όταν ξεκίνησε το πείραμα ο Λούκας, οι ψηφιακές αίθουσες ήταν μόνο τέσσερις, σήμερα είναι εκατό σε όλο τον κόσμο. Οι εταιρείες τηλεπικοινωνιών μπαίνουν στο παιχνίδι, καθώς τα σοβαρότερα ζητήματα προς λύση δεν είναι η ποιότητα της εικόνας –αυτή αργά ή γρήγορα θα βελτιωθεί και θα φτάσει τις δυνατότητες του φιλμ–, αλλά η μεταφορά, η αποθήκευση και η κρυπτογράφηση του σήματος. Ο κινηματογράφος αποβαίνει πολύ πιο ακριβός και η παραγωγή μιας ταινίας που να πληροί αυτά τα στάνταρτ γίνεται απρόσιτη για τους εκτός Χόλιγουντ δημιουργούς. Οι ψηφιακές προβολές συνεχίζουν να βελτιώνονται, απαντώντας στις ιδιαίτερες απαιτήσεις των “χρυσών ματιών” του Χόλιγουντ, όπως ονομάζονται οι γκουρού της εικόνας. Αλλά αυτά τα “χρυσά μάτια” κάνουν λάθος συγκρίσεις. Συγκρίνουν μια ψηφιακή προβολή με μια τέλεια κόπια που βγήκε κατευθείαν από το αρνητικό και θα παιχτεί ίσως σε κάποια πρεμιέρα. Δεν έχουν κάνει συγκρίσεις της ψηφιακής προβολής με τις κόπιες που φτάνουν στην Ελλάδα, ας πούμε, πέμπτο αντίγραφο από κάποιο Inter ή contact print. Εμείς δεν έχουμε δει στη χώρα μας ούτε τη μία ούτε την άλλη τέλεια προβολή και δεν μπορούμε να έχουμε λόγο. Το πλεονέκτημα της ψηφιακής προβολής είναι ότι θα είναι ίδια εδώ και σε οποιαδήποτε άλλη χώρα όσον αφορά στο υλικό. Δεν θα υπάρχουν κόπιες πρώτης ή πέμπτης γενιάς ανάλογα με τη διανομή της ταινίας, όλοι οι θεατές θα βλέπουν το ίδιο. Όταν λοιπόν εξαπλωθεί αρκετά η ψηφιακή προβολή, τότε ίσως πολλοί να είναι οι σκηνοθέτες που θα αποφασίσουν να γυρίζουν τις ταινίες τους με ψηφιακές κάμερες. Στο χολιγουντιανό σινεμά η φράση του Murch αρχίζει να ξεθωριάζει.

Στην άλλη μεριά του Ατλαντικού όμως –καθώς και οι ανεξάρτητοι σκηνοθέτες στην ίδια μεριά του Ατλαντικού– συνεχίζουν να κάνουν ταινίες. Ταινίες χαμηλότερου προϋπολογισμού, ταινίες “βιοτεχνικού επιπέδου”, που γεμίζουν όμως τις αίθουσες, κερδίζουν βραβεία, μένουν στη μνήμη των θεατών. Ταινίες γυρίζονται εδώ και χρόνια με ψηφιακές κάμερες DV επαγγελματικές, ημιεπαγγελματικές έως και άκρως ερασιτεχνικές, το κοινό τις απολαμβάνει, πολλές φορές κερδίζουν και βραβεία. Η “Οικογενειακή Γιορτή” του Vinterberg γυρίστηκε με μια μίνι DV με μονό CCD και κέρδισε παρ ’όλα αυτά το πρώτο βραβείο στο Φεστιβάλ των Καννών εκείνη τη χρονιά. Αρκετές ταινίες του Λαρς βον Τρίερ είχαν την ίδια μοίρα και τύχη. Η τελευταία ταινία του Soderbergh (“Full Frontal”) γυρίστηκε με τις miniDV Canon XL-1s, όπου όμως προσαρμόστηκαν σοφιστικέ φακοί.
Επομένως, στις φθηνές (για τα αμερικανικά δεδομένα) παραγωγές οι δημιουργοί προτιμούν να μη χρησιμοποιούν φιλμ ως αρχικό υλικό, να αξιοποιούν από φθηνές έως ακριβές βιντεοκάμερες για τα γυρίσματα, να κάνουν ψηφιακή επεξεργασία του υλικού, ενώ οι ταινίες καταλήγουν σε φιλμ, μόνο αν είναι να προβληθούν στις κινηματογραφικές αίθουσες. Παραδείγματα ακόμα και ελληνικών ταινιών τα τελευταία δύο χρόνια είναι άπειρα. Σε αυτή την κατηγορία, αντίθετα από την πρώτη, δεν είναι η τεχνική τελειότητα το ζητούμενο. Είναι το να πει ο σκηνοθέτης μια ιστορία. Είναι τέτοια η ανάγκη επικοινωνίας με το κοινό, που οι γραμμές ανάλυσης δεν έχουν καμία, μα καμία απολύτως σημασία. Κάμερες από άκρως επαγγελματικές έως ημιεπαγγελματικές ή ακόμα και ερασιτεχνικές έχουν δώσει εικόνες απίστευτης ομορφιάς, αν ξέρει κανείς να τις χειρίζεται. Η ανάλυση, αυτή η μαγική λέξη που επαναλαμβάνεται από όλους ανεξαιρέτως, είναι άχρηστη, αν δεν προσθέσει κανείς τις λέξεις φακός, φωτισμός, χειρισμός και μέσο. Πολλές είναι οι παράμετροι που καθορίζουν την τελική ποιότητα. Όπως λέει και ο πρόεδρος της American Society of Cinematographers (ACS), Steven Poster, οι διευθυντές φωτογραφίας σήμερα καλωσορίζουν οποιοδήποτε εργαλείο μπορεί να δώσει νέες διαστάσεις στην τέχνη τους. Δεν είναι τεχνοκράτες, να είναι κολλημένοι σε ένα μέσο, είναι καλλιτέχνες. Ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται τόσο πολύ για τις γραμμές, όπως πολύ σωστά το έχουν δηλώσει μεγάλοι διευθυντές φωτογραφίας, ενδιαφέρεται για το συναίσθημα και το τι έχει να δώσει κάθε ταινία. Εξάλλου, όλη αυτή η φιλολογία περί ανάλυσης και γραμμών αφορά, ας μην το ξεχνάμε, στη σύγκριση του φιλμ 70mm με τις ψηφιακές προβολές υψηλής ανάλυσης.
Στην Ελλάδα όμως, όπου οι παραγωγές των ταινιών σε 16mm ή σε 16Super είναι ακόμα αρκετές, με τελική κατάληξη το blow up στα 35mm με κάδρο 1.66:1, είναι καιρός να σκεφτούμε το κόστος και να στραφούμε στις πιο ευέλικτες λύσεις που προτείνουν οι ψηφιακές κάμερες. Αν δει κανείς σε ένα καλό μόνιτορ μια ταινία γυρισμένη με DV –αν αυτή είναι καλά γυρισμένη–, θα την απολαύσει. Αν όμως ο σκηνοθέτης-παραγωγός είναι υποχρεωμένος να τη μεταγράψει σε φιλμ, η εικόνα θα χάσει παρά θα κερδίσει. Η παραγωγή με τις ψηφιακές κάμερες, ημιεπαγγελματικές ή και ερασιτεχνικές ακόμη, γίνεται πιο ευέλικτη και ίσως πιο φθηνή. Όλο το post γίνεται ούτως ή άλλως ψηφιακά και το μόνο κόστος, που ανεβάζει τη συνολική δαπάνη της παραγωγής και δυσκολεύει το αποτέλεσμα, είναι η τελική μεταγραφή σε φιλμ. Αν είχε γυριστεί εξαρχής σε φιλμ, ναι, τότε να προβληθεί σε αυτό· αν όχι, γιατί τόση ταλαιπωρία, τη στιγμή μάλιστα που το αποτέλεσμα θα είναι κατώτερο των δυνατοτήτων του φιλμ;

Εδώ ήλθε να βάλει το χεράκι του το DVD, το οποίο έχει πλέον εξαπλωθεί για τα καλά. Απέδειξε στην αγορά ότι οι ειδικές εκδόσεις ταινιών και οι επανεκδόσεις παλαιότερων κινηματογραφικών έργων έχουν μεγάλη απήχηση στο κοινό. Έτσι, μια ολόκληρη βιομηχανία έχει αρχίσει να ενδιαφέρεται για τη συντήρηση και την αποκατάσταση χαμένων ταινιών, παρατημένων στα υπόγεια των μεγάλων στούντιο, διότι έγιναν ξανά κερδοφόρες. Οι σοβαρές ταινιοθήκες ανά τον κόσμο, με πρώτη και καλύτερη αυτήν των ΗΠΑ, κατάλαβαν ότι με την εξάπλωση του DVD θα βρεθούν εργαλεία που θα βοηθήσουν στη συντήρηση και τη μετάδοση της κινηματογραφικής κληρονομιάς. Κυκλοφορούν σήμερα στην αγορά film scanners και film recorders υψηλής τεχνολογίας, που μεταγράφουν την κινηματογραφική εικόνα σε σκληρό δίσκο με υψηλότατη ανάλυση και πιστότητα, ενώ στη συνέχεια το τελικό αποτέλεσμα μεταγράφεται εκ νέου σε φιλμ. Μέχρι τώρα αυτό γινόταν για τα εφέ, αλλά ήταν μικρής διάρκειας. Σήμερα μπαίνουν δυναμικά σε αυτή την αγορά κινηματογραφικές εταιρείες όπως η Arriflex και άλλες, προτείνοντας ρεαλιστικές λύσεις για τα τεράστια μήκη των κινηματογραφικών ταινιών. Υπάρχουν δύο κυρίως τρόποι μεταγραφής του ψηφιακού υλικού σε φιλμ: με laser ή με καθοδικές λυχνίες. Χρονοβόρα και τα δύο, με διαφορές στη ποιότητα, με παραλλαγές στα στούντιο, είναι ένας μόνιμος πονοκέφαλος των σκηνοθετών-παραγωγών. Όμως, για οποιαδήποτε προβολή σε άλλο μέσο (τηλεόραση, βίντεο, DVD) τα πράγματα είναι απλά έως θαυμάσια: το υλικό είναι έτοιμο για να μεταφερθεί σε αυτό.Συνεπώς, και σε αυτή την περίπτωση η φράση του Murch αρχίζει να μην έχει νόημα.

Στις φθηνές και ακόμα φθηνότερες παραγωγές ανήκουν οι ταινίες που παίζονται στο Internet ή στους οικιακούς υπολογιστές. Παλαιότερα ο κάθε φέρελπις σκηνοθέτης τραβούσε με την αναλογική οικογενειακή του κάμερα και πρόβαλε τα ταινιάκια του στην τηλεόραση στο σπίτι. Σήμερα, με τις ψηφιακές κάμερες τα φορτώνει στον υπολογιστή του, τα φτιάχνει και μπορεί κάλλιστα να τα προβάλει στο Internet και έτσι να τα δει περισσότερος κόσμος. Αφού με αυτές τις κάμερες τραβούν και οι «μεγάλοι» γιατί να μην τα δείξει και αυτός; Υπάρχουν άπειρα συστήματα μοντάζ για να τελειοποιηθούν αυτές οι ταινίες και να προβληθούν. Εδώ αν μιλήσουμε για γραμμές θα είναι αστείο. Οι συμπιέσεις και οι κωδικοποιήσεις είναι πλέον άπειρες και ο καθείς αποφασίζει τις παραμέτρους έτσι ώστε να ταιριάζουν στο μέσο προβολής της ταινίας του. Έχουν ήδη δημιουργηθεί –και δεν είναι λίγα– τα φεστιβάλ ταινιών για το Internet καθώς και διάφοροι δικτυακοί τόποι όπου οι χρήστες μπορούν να δουν ταινίες από όλο τον κόσμο. Νέα είδη εμφανίζονται, νέες αισθητικές, νέες τάσεις. Οι κατασκευασμένες με το flash ταινίες είναι ένα τρανταχτό παράδειγμα. Θα πουν κάποιοι ότι αυτός ο κινηματογράφος δεν είναι κινηματογράφος. Όταν όμως οι Γερμανοί πρωτοπόροι έκαναν ταινίες ζωγραφίζοντας επάνω στο φιλμ –κομμάτια τους βλέπουμε ακόμα και σήμερα στη “Φαντασία” του Disney– δεν είπαμε ποτέ ότι δεν είναι κινηματογράφος. Αντίθετα, διδάσκεται στα περισσότερα πανεπιστήμια του κινηματογράφου ως «πειραματικός κινηματογράφος», έχει δηλαδή τη θέση του μέσα στα κινηματογραφικά είδη. Δεν έχουμε να κατηγορήσουμε για τίποτα λοιπόν τις ταινίες σε flash, μόνο να τις απολαύσουμε.
Εδώ η φράση του Murch χάνει εντελώς τη σημασία της. Λογικό βέβαια είναι, αφού όταν ο Murch τη διατύπωσε, αυτός ο κινηματογράφος δεν είχε ακόμα γεννηθεί.

Φυσικά, το φιλμ δεν εμπλέκεται πουθενά σε αυτή την κατηγορία, εκτός και αν αυτές οι ταινίες που προβάλλονται στο Internet είχαν γυριστεί σε φιλμ παλαιότερα και ψηφιοποιήθηκαν ειδικά γι’ αυτή την προβολή. Είναι αλήθεια ότι υπάρχουν διαφόρων ειδών δικτυακοί τόποι όπου μπορεί κανείς σήμερα να δει ταινίες, είτε κλασικές μεγάλου μήκους που δεν μπορεί να δει αλλού, είτε ταινίες μικρού μήκους, ή να αγοράσει πλάνα από βιντεοθήκες on-line. Η ποιότητα της εικόνας όμως είναι ακόμα σε πολύ χαμηλά επίπεδα. Σιγά σιγά με την αύξηση του εύρους ζώνης των γραμμών τηλεπικοινωνίας, η εικόνα βελτιώνεται και θα βελτιώνεται συνέχεια μέχρι να φτάσει κάποια διεθνή στάνταρτ ισάξια της τηλεοπτικής προβολής. Οι γραμμές ADSL είναι γεγονός για πολλές χώρες και τώρα μάλιστα άρχισαν να παρέχονται και στην Ελλάδα, ενώ η βελτίωση σε αυτό το πεδίο είναι συνεχής. Αρκεί να σημειώσει κανείς ότι στις 9/9/2002 η IBM υπέγραψε με τα μεγάλα στούντιο του Χόλιγουντ συμφωνία, προκειμένου να ξεκινήσει η προβολή ταινιών τους στο Διαδίκτυο. Άρα, η ψηφιακή προβολή βρίσκει και μια άλλη εφαρμογή πέρα από τις ειδικές κινηματογραφικές αίθουσες: Βρίσκει τη θέση της μέσα στο σπίτι κάθε χρήστη-θεατή.

Ξαφνικά όμως το φιλμ δεν είναι απαραίτητο! Στο Internet, στο DVD, στο βίντεο, στις ψηφιακές αίθουσες η μεταγραφή της διορθωμένης εικόνας σε φιλμ δεν είναι απαραίτητη. Η ψηφιακή προβολή, ως παράλληλη προβολή της προβολής του φιλμ θα λύσει πολλά προβλήματα στις εγχώριες κινηματογραφίες. Αν υπάρξουν τέτοιες αίθουσες στην Ελλάδα, αν τα φεστιβάλ επανδρωθούν με τον ανάλογο εξοπλισμό, δεν έχετε ιδέα πόσα χρήματα θα γλιτώσει τουλάχιστον το ελληνικό κράτος. Ανυπολόγιστα! Δεν θα είναι υποχρεωμένοι οι σκηνοθέτες που γυρίζουν με DV να μεταφέρουν την ταινία τους σε φιλμ με χίλιους άθλιους τρόπους –διότι οι καλές μεταγραφές είναι πανάκριβες, άρα το κόστος παραγωγής έρχεται μία η άλλη– και εφόσον σε αυτήν τη χώρα η κινηματογραφική παραγωγή είναι σχεδόν εξ ολοκλήρου χρηματοδοτημένη από το κράτος, όλοι θα κερδίσουμε χρήματα με μια παρόμοια επένδυση.
Ο κινηματογράφος παραμένει μια μεγάλη, τεράστια επικερδής βιομηχανία, αλλά από την άλλη δημιουργούνται παράλληλοι κινηματογράφοι με ταινίες κοινών θνητών. Ο καθείς πλέον που θέλει να γυρίσει μια ταινία και να την προβάλει σε ευρύ κοινό μπορεί να το κάνει.
Και αν σήμερα η προβολή ταινιών στο Internet είναι ακόμα στα σπάργανα δεν ισχύει το ίδιο για την προβολή σε υπολογιστή του ή σε τηλεόραση. Ένα VHS ή ένα DVD δεν είναι δύσκολο να παραχθεί. Γιατί λοιπόν να μην μπορεί να τη δείξει και σε μια αίθουσα τη στιγμή που η τεχνολογία γι’ αυτό είναι εδώ; Κι αν είναι δύσκολο να επανδρωθούν όλες οι αίθουσες με ψηφιακές προβολές και όλο το πολύπλοκο σύστημα ταυτόχρονης ή ελεγμένης μετάδοσης, η προβολή εγχώριου προϊόντος σε κάθε χώρα δεν είναι πολύπλοκη υπόθεση. Είναι ίσως βλακεία που σύντομα πρέπει να διορθωθεί, να προβάλλονται στα απομακρυσμένα νησιά μας ταινίες με κόπιες, όταν η μεταφορά της κόπιας είναι τόσο πολύπλοκη και χρονοβόρα υπόθεση. Μια αίθουσα με ψηφιακή προβολή είναι ίσως η ιδανική λύση. Το να φτάσει ένας δίσκος ή μια σειρά από DVD ακόμα και αν είναι χαμηλότερη η ποιότητα –που δεν ισχύει σε πολλές περιπτώσεις– είναι μια πολύ πιο απλή υπόθεση, όταν μάλιστα πολλές ελληνικές ταινίες έγιναν φέτος με κάμερες DV είναι έτοιμες μέσα σε δίσκους και βγαίνουν μόνο σε φιλμ για να φτάσουν στις αίθουσες. Δεν νομίζω ότι η ποιότητα μιας χιλιοπαιγμένης κόπιας είναι καλύτερη από την προβολή μιας ταινίας σε ψηφιακή μορφή με τις σωστές προδιαγραφές. Δεν είδα κανένα να διαμαρτύρεται που οι αίθουσες μας δεν έχουν ούτε μια προβολή στα 70mm, που δεν υπάρχει στην Ελλάδα ούτε ένα IMAX ούτε μια αίθουσα με δυνατότητα αναπαραγωγής Dolby Digital EX. Αν κάνουμε υποχωρήσεις για τις αίθουσες που υπάρχουν στην Αθήνα και Θεσσαλονίκη γιατί δεν κάνουμε και τις ανάλογες για την υπόλοιπη Ελλάδα; Όταν οι κινηματογραφικές λέσχες είναι σε πολλές περιπτώσεις οι μόνοι φορείς που φέρνουν τον κινηματογράφο στα διάφορα μέρη της Ελλάδας, γιατί οι εταιρείες διανομής Αθήνας και Θεσσαλονίκης να μην έχουν τη δυνατότητα να τους δίνουν τις ταινίες σε μορφή άλλη εκτός του φιλμ που φθείρεται;
Όσο για τις ταινίες της αλλοδαπής, θα βρεθεί αργά ή γρήγορα η φόρμουλα που θα επιτρέπει την ψηφιακή τους προβολή. Εξάλλου γυρίζονται τόσες πολλές ταινίες με ψηφιακές κάμερες και είναι έτοιμες για προβολή!

Ηλέκτρα Βενάκη
Διαβάστε περισσότερα ...

ΜΙΚΡΗ, ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ (Τ)

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό HiTECH, τεύχος 19, 8-9/97
Τηλεοπτικό – κινηματογραφικό κάδρο

1) Είδα την Ολική Επαναφορά στο βίντεο, σε μικρή οθόνη. Την ξαναείδα σε laser, από βιντεοπροβολέα. Δύο τα φαινόμενα: Η μικρή και η μεγάλη οθόνη.

2) Εχετε προσπαθήσει να δείτε τη Δυναστεία σε μεγάλη οθόνη; Να την προβάλετε μέσω του βιντεοπροβολέα; Αν ναί, έχετε σίγουρα νοιώσει αυτή την ανεπαίσθητη απέχθεια για τη τερατομορφία των κοντινών πλάνων των προσώπων. Αν όχι, δοκιμάστε το και θα καταλάβετε.
-Έχετε αντέξει να δείτε ολόκληρη μια ταινία του Kurosawa σε μικρή οθόνη ή ακόμη την Οδύσσεια του Διαστήματος ή τους 12 Πιθήκους; Αν ναί, έχετε σίγουρα νοιώσει ντροπή να παραδεχτείτε ότι βαρεθήκατε την αγαπημένη σας ταινία και γυρίσατε σε ένα οποιοδήποτε κανάλι και απολαύσατε πραγματικά μια κοινότοπη και απλή αστυνομική(συνήθως) σειρά. Αν όχι, δοκιμάστε το και θα καταλάβετε.

Δύο τα φαινόμενα: Η κινηματογραφική ταινία και η τηλεοπτική ταινία.

Γιατί άραγε, τώρα τελευταία, λέμε συχνά, πυκνά "αυτή τη ταινία βαριέμαι να την δω στην αίθουσα, θα τη δω στο σπίτι". Η άλλωτε πάλι, αν κάποιος αγαπήσει πολύ μια ταινία μας λέει: "Δεν αξίζει να την δεις στο βίντεο, χάνει πολύ... Αυτή, πρέπει να την δεις οπωσδήποτε στην αίθουσα".
Συγχρόνως ο Lucas δεν επετρέψε κανενός είδους προβολή των Star Wars πέρα από τήν κινηματογραφική αίθουσα. Ο Kubrick έχει απαγορεύσει την έκδοση του 2001 στο βίντεο, ενώ την επέτρεψε σε laserdisc widescreen. Ο Scorsese και πολλοί άλλοι κάνουν ολόκληρη καμπάνια για τη κατάργηση του pan & scan, όταν αυτό δεν συνοδεύεται από την έγκριση και επίβλεψη του σκηνοθέτη.
Τι συμβαίνει με τις ταινίες τώρα τελευταία; Ολο και περισσότερος κόσμος ενδιαφέρεται και προσέχει τις σωστές συνθήκες προβολής της κινηματογραφικής ταινίας. Ολο και περισσότερος κόσμος επιστρέφει στην αίθουσα. Είτε για να δεί ταινίες που δεν αντέχουν στη μικρή οθόνη, όπως τα κατασκότεινα γενικά πλάνα του Star Wars, είτε για να μοιραστεί την εμπειρία της κοινής συγκίνησης, με αγνώστους, στους οποίους δεν θα μιλήσει ποτέ, μέσα στο σκοτάδι. Ολο και περισσότερος κόσμος δημιουργεί προσωπική ταινιοθήκη. Γιατί οι αίθουσες ανακαινίζονται και διαφημίζουν τη σωστή οθόνη και τον σωστό ήχο; Γιατί οι τηλεοράσεις όλο και μεγαλώνουν, γίνονται widescreen, κλπ; Γιατί αυξάνει η αγορά των βιντεοπροβολέων; Σε ποιές ανάγκες απαντούν όλα αυτά;
Γιατί, η αφήγηση μιας ιστορίας συγκινούσε και συγκινεί πάντα. Πόσο μάλλον, όταν αυτό γίνεται με εικόνες. Τώρα τελευταία, μάλιστα, με την εξέλιξη της κινηματογραφικής γλώσσας, βρισκόμαστε μπροστά σ'ένα νέου τύπου θέαμα, που όχι μόνο κερδίζει την προσοχή μας, αλλά μας περιβάλλει, μας οδηγεί σε μια συνολικότερη αντίληψη των δρώμενων, μέσω των αισθήσεων. Τα δεδομένα, προφανώς, έχουν αλλάξει και στις συνθήκες παρακολούθησης του κινηματογραφικού έργου. Ο λάτρης του κινηματογράφου, παραμένει θαμώνας των αιθουσών, αλλά μπορεί παράλληλα να απολαύσει τις ταινίες που αγαπά και σε άλλους χώρους, όπως το σπίτι, το οποίο αν είναι σωστά επανδρωμένο, μπορεί να προσφέρει μια διαφορετικού τύπου,αλλά εξίσου σημαντική με αυτήν της αίθουσας, εμπειρία. Η τηλεόραση, αν και προσπαθεί να αυξήση το μεγεθός της και να εκπέμπει με στερεοφωνικό ήχο, παραμένει ειδική περίπτωση, διότι προβάλλει και δικό της πρόγραμμα που απαιτεί συγκεκριμμένες συνθήκες προβολής. Ενας ξεκούραστος άνθρωπος, που θέλει να δεί μια ταινία δεν είναι δυνατόν να την δεί στην τηλεόραση, όταν αυτή αποτελεί μέρος του προγράμματός της και όχι προβολή από άλλο μέσο, video, laser, κλπ.

Η τηλεθέαση, η κινηματογραφική προβολή στο σπίτι και η αιθουσιακή εμπειρία:
Τρία τελείως διαφορετικά πράγματα.

Δεν κατάλαβα ποτέ γιατί το οπτικοακουστικό μέσο μαζικής επικοινωνίας που λέγεται τηλεόραση συγχέεται με την 7η τέχνη που είναι ο κινηματογράφος. Απαντούν σε άλλες ανάγκες και προσφέρουν, απαραίτητα, διαφορετικό προιόν. Ο κινηματογράφος είναι, πράγματι, και παραμένει λαική τέχνη. Αυτό αποτελεί μέρος των πλεονεκτημάτων του. Δε σημαίνει όμως ότι μπορεί να συγχέεται ή να συγκρίνεται με την τηλεόραση επειδή, μέσα στο ημερήσιο και επί 24ώρου βάσεως πρόγραμμά της, προβάλλει και κάποιες κινηματογραφικές ταινίες γαι συμπλήρωμα. Καλό είναι, λοιπόν, να ξεκαθαρίσουμε τα πράγματα. Οταν λέμε αιθουσιακή εμπειρία, το έχουμε εξηγήσει αρκετές φορές και συνοπτικά το επαναλαμβάνουμε, εννοούμε κάτι το μοναδικό. Οι συνθήκες παρακολούθησης του κινηματογραφικού έργου τέχνης είναι λίγο ως πολύ δεδομένες: απόλυτο σκοτάδι, όπου κυριαρχεί η δράση που εκτυλίσσεται στην μεγάλη οθόνη, θεατές που έχουν επιλέξει την ώρα, την αίθουσα και την ταινία και έχουν αποφασίσει να μοιραστούν επί δύο ώρες περίπου μια κοινή εμπειρία, καλή ή κακή, με πολλούς άλλους συγχρόνως, λάτρεις της κινηματογραφικής τέχνης: Ολα αυτά αποτελούν σταθερές, λίγο ως πολύ, συνθήκες προβολής του κινηματογραφικού έργου, γνωστές στον δημιουργό του, ο οποίος τις έχει λάβει υπ'όψιν του από την κατασκευή της ταινίας.
Συγχρόνως, υπάρχουν πολλοί κινηματογραφόφιλοι που αγοράζουν ταινίες για να τις βλέπουν στο σπίτι. Η τηλεόραση, ως συσκευή, πέρα από το να προτείνει ένα πρόγραμμα συνεχούς ροής, το οποίο, εκτός των άλλων, περιλαμβάνει και παρουσίαση κάποιων κινηματογραφικών ταινιών, έχει και μια άλλη σημαντική και χρησιμότατη λειτουργία, αυτή του monitor. Στην τηλεόραση μπορεί ο καθείς να προβάλλει, σε ώρες δικής του επιλογής, χωρίς ή με, διακοπές, ταινίες από το βίντεο ή το laserdisc ή, ακόμη, τώρα τελευταία, από το DVD.
Αρκετοί είναι αυτοί που έχουν αρχίσει να δημιουργούν τον προσωπικό τους, οικιακό κινηματογράφο, με βιντεοπροβολέα, ή μεγάλη τηλεόραση, με περιφερειακά ηχεία και αποκωδικοποιητές ώστε να απολαμβάνουν σωστότερα και πληρέστερα την κινηματογραφική ταινία. Το σημαντικότερο χαρακτηριστικό της κινηματογραφικής προβολής και της απόλαυσης που προκαλεί, είναι η παρακολούθηση για πρώτη ή για νιοστή φορά μιας αφήγησης που παραμένει ακριβώς ίδια στην επαναληπτική θέαση. Αυτό αναζητά ο κινηματογραφόφιλος, γι'αυτό και αγοράζει ταινίες για να τις βλέπει, όσο συχνά θέλει, στο σπίτι.
Συνήθως ο θαμώνας της κινηματογραφικής αίθουσας είναι, κατά μεγάλο ποσοστό, κάποιες ώρες της ημέρας τηλεθεατής. Η αισθητική της τηλεόρασης, αναπόφευκτα, τον επηρεάζει και τον εθίζει στην προχειρότητα και την απροσεξία.
Ο σημερινός εργαζόμενος, μην έχοντας χρόνο για προγραμματισμό εξόδου σε τακτικές και γνωστές εκ των προτέρων ώρες, δεν έχει συχνά τη δυνατότητα να ακολουθήσει το πρόγραμμα των κινηματογραφικών αιθουσών, όπου είναι αλήθεια, το μεγαλύτερο μέρος του κοινού της αποτελείται από άτομα ηλικίας 16/25 ετών. Η οικογένεια παραμένει στο σπίτι. Ξέρετε ότι στην Αμερική πουλιούνται -και πουλιούνται καλά- βιντεοταινίες διάρκειας δύο ωρών που δείχνουν ένα κούτσουρο που καίγεται; Μάλιστα! Η τηλεόραση είναι η σημερινή εστία, όπου μαζεύεται η οικογένεια μετά τη δουλειά για να υπάρξει ως τέτοια. Και αν η κινηματογραφική αίθουσα και η ταινία που παίζεται σε αυτήν την αίθουσα συγκεκριμμένα, αποτελούν επιλογή του λάτρη του κινηματογράφου και θαμώνα της σκοτεινής αίθουσας, αντίθετα, το τηλεοπτικό πρόγραμμα δεν είναι.
Η ταινία στην τηλεόραση δεν είναι επιλογή.
Το πρόγραμμα το ειδικά φτιαγμένο για την τηλεόραση είναι τελείως διαφορετικό από την κινηματογραφική ταινία, όπου και όπως και να την δούμε. Και απαιτεί άλλου τύπου αντιμετώπιση. Η τηλεόραση, μέσα στο ενημερωτικό, ψυχαγωγικό της πρόγραμμα ενσωματώνει και ιστορίες με αφήγηση, τις τηλεταινίες και τις σειρές. Το μέγεθος όμως του τηλεοπτικού κάδρου ορίζει μια άλλου τύπου αισθητική. Ετσι, οι διαφορές της τηλεταινίας ή της τηλεοπτικής σειράς από την κινηματογραφική ταινία είναι τεράστιες.

ΤΟ ΤΗΛΕΟΠΤΙΚΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Κατ'αρχήν πρέπει να πούμε ότι την εποχή που βγήκε η τηλεόραση, το κινηματογραφικό φορμά ήταν το 1.33:1, το οποίο υιοθέτησε η μικρή οθόνη στο τηλεοπτικό κάδρο 4:3. Ακρως φυσιολογικό για την εποχή εκείνη, αφού το νέο τότε μέσο, δανείστηκε την εικόνα του κινηματογράφου. Ο κινηματογράφος, αντέδρασε, για να ξανακερδίσει το κοινό του και δημιούργησε τα πρώτα μεγάλα πλατιά φορμά cinemascope κλπ, που ταιριάζουν καλύτερα στο οπτικό μας πεδίο. Σήμερα, ο κινηματογράφος έχει σταθεροποιηθεί ανάμεσα στο 1.85:1, στο 2.35:1 και στο 1.66:1 που χρησιμοποιείται στην Ευρώπη και στην Ελλάδα. Η τηλεόραση παραμένει στο 4:3 αλλά εμφανίστηκε και η πιό πλατειά, η16:9 που αντιστοιχεί το κινηματογραφικό 1.78:1. Δηλαδή, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα για τη προβολή των ταινιών 1.66:1, ενώ, με πολύ μικρό μαύρο πάνω-κάτω στην οθόνη, μπορούμε να παρακολουθήσουμε τις περισσότερες ταινίες, που είναι 1.85:1 και με λίγο μεγαλύτερο -αλλά όχι τόσο έντονο όσο στην 4:3- τις ταινίες cinemascope. H τηλεόραση ακολουθεί τις διαστάσεις της κινηματογραφικής οθόνης, παραμένοντας, όμως πάντα, κατά πολύ μικρότερη. Το μικρό κάδρο, μαζί με τις συνθήκες παρακολούθησης που προαναφέραμε, επιβάλλει τις προυποθέσεις για την κατασκευή του τηλεοπτικού προιόντος. Ετσι, μιλώντας μόνο για τις σειρές και τις τηλεταινίες μπορούμε να τις χωρίσουμε σε διάφορες κατηγορίες. Η μεσημεριανή ζώνη, που καλύπτεται κυρίως από τις σειρές τις λεγόμενες σαπουνόπερες, παρουσιάζει διαφορετικά χαρακτηριστικά από τις βραδυνές σειρές. Λογικό. Απευθύνονται σε διαφορετικό κοινό, με διαφορετικές ανάγκες. Σαπουνόπερες έλεγαν τις πρώτες ραδιοφωνικές πρωινές καθημερινές σειρές που κρατούσαν συντροφιά στις νοικοκυρές, ενώ έκαναν τις δουλειές του σπιτιού. Λεγόντουσαν, δε, έτσι, γιατί τις περισσότερες τις χρηματοδοτούσαν εταιρείες σαπουνιών που έκοβαν το πρόγραμμα για να μεταδώσουν τις διαφημίσεις τους με μορφή τραγουδιού. Και σήμερα ακόμη, αυτές οι σειρές, ακολουθούν την καθημερινότητα, προβάλλονται ώρες που αρκετοί εργαζόμενοι δεν είναι στο σπίτι, και έχουν αντικαταστήσει το κουτσομπολιό της γειτονιάς. Το κοντινό πλάνο του κάθε προσώπου που μιλά, γεμίζει συνήθως το κάδρο. Χώροι εκτός σπιτιού δεν υπάρχουν συχνά, αλλά και δεν λείπουν. Δεν υπάρχουν έντονα σκοτεινές σκηνές, ο φωτισμός είναι ουδέτερος, δεν εκφράζει κανένα συναίσθημα. Η σκηνοθεσία επίσης είναι ουδέτερη. Τραβούν ολόκληρη τη σκηνή με τρείς κάμερες και αποφασίζουν στο μοντάζ ποιά εκδοχή και ποιά γωνία τους ενδιαφέρει. Δεν υπάρχει η περιβόητη μοναδική γωνία, που λέει κι ο Scorsese, η οποία εκφράζει αυτό ακριβώς που θέλει να πεί ο δημιουργός/σκηνοθέτης. Ολα λέγονται με λόγια, μία, δύο και τρείς φορές. Το σημαντικό είναι η ερωτική κυρίως ίντριγκα. Πολλές επαναλήψεις, αργοί ρυθμοί, ώστε να προλαβαίνει κανείς να πεταχτεί σ'έναν άλλο χώρο του σπιτιού, πολλές διακοπές για διαφημίσεις και μιά υπόθεση που κυλά αργά, σε παράλληλο χρόνο με τη ζωή του τηλεθεατή. Αντίθετα οι βραδυνές σειρές έχουν άλλο ρυθμό και άλλα θέματα. Συνήθως αστυνομικού περιεχομένου, με μεγαλύτερη ποικιλία κάδρων, με περισσότερα πρόσωπα μέσα σ'αυτό και με αυτοτελή υπόθεση. Κι εδώ, όμως τα σκοτεινά κάδρα δεν είναι γενικά. Είναι κοντινά, ώστε ο τηλεθεατής να μην κουράζεται να διακρίνει στο σκοτάδι τον ήρωα. Τα γενικά πλάνα δεν έχουν πολλές λεπτομέρειες κρυμμένες μέσα στο κάδρο και δεν προσφέρουν μεγάλη ποικιλία δράσης. Αποτελούν κυρίως τις εισαγωγές, τα περάσματα ή τα κλεισίματα σκηνών. Οι σειρές αυτές είναι συνήθως μονοφωνικές, τουτέστιν, με περιορισμένο εύρος μπάντας. Οι σκηνοθέτες γνωρίζοντάς το, δεν δίνουν και μεγάλη σημασία στον ήχο. Ισα, ίσα μια ατμόσφαιρα, ή ένας ειδικός ήχος που προσδίδει αληθοφάνεια στη σκηνή, μια σειρήνα, ένα γαύγισμα, ήχοι που δεν λειτουργούν αφηγηματικά αλλά διακοσμητικά. Δεν είναι τυχαίο, όλοι θα το έχετε παρατηρήσει, ότι πολύ συχνά, χαμηλώνουμε ή ακόμη και κλείνουμε τον ήχο, διότι διαβάζουμε τους υπότιτλους στα ξένα προγράμματα και διότι ξέρουμε, χωρίς ίσως να το γνωρίζουμε, ότι ο τηλεοπτικός ήχος δεν έχει μεγάλη σημασία. Το ελληνικό πρόγραμμα παίζεται συνήθως τις απογευματινές ώρες, όπου η ένταση δεν ενοχλεί.
Η τηλεταινία ή οι μίνι-σειρές είναι μια ειδική περίπτωση. Δανείζονται την κινηματογραφική φόρμα, προσπαθούν να δημιουργήσουν προσωπικό τηλεοπτικό ύφος και πολύ συχνά τα καταφέρνουν. Τα θέματα είναι πιο προσεγμένα, οι γωνίες λήψεις, επίσης και οι πειραματισμοί δεν είναι άγνωστοι. Το μικρό τετράγωνο κάδρο και ο μονοφωνικός ήχος, όμως, διαφοροποιούν το προιόν από την κινηματογραφική ταινία. Τα πολύ σκοτεινά κάδρα αποφεύγονται και εδώ, τα ηχητικά εντυπωσιακά εφφέ του κινηματογράφου είναι αδύνατον να γίνουν, τα οπτικά εφφέ είναι συνήθως απαγορευτικά λόγω κόστους. Η τηλεταινία είναι σχετικά φθηνό προιόν, αν σκεφτούμε το κόστος και τον χρόνο μιας απλής κινηματογραφικής ταινίας.

Η ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΤΑΙΝΙΑ ΣΤΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ

Έτσι, ο μεγάλος αρχηγός, η μεγάλη κυρία της τηλεόρασης παραμένει, ακόμη, η κινηματογραφική ταινία. Αυτή μπαίνει στην καλύτερη ώρα αναμετάδοσης, αυτή διαφημίζεται πολύ από τα κανάλια. Κι εδώ, γίνονται τα ασυγχώρητα λάθη. Οι εγγενείς αδυναμίες και διαφορές του τηλεοπτικού κάδρου σε συνάρτηση με τον τρόπο αναμετάδοσης, δημιουργούν απαράδεκτες συνθήκες προβολής του κινηματογραφικού έργου. Από τη μιά, συχνές διακοπές για ειδήσεις ή για διαφημίσεις κι από την άλλη, κόψιμο απρόσεκτο του κάδρου για να χωρέσει στη μικρή οθόνη, στο φορμά 4:3.
Ο τηλεθεατής, ανοίγει την τηλεόραση και περιμένει να δεί τι του προτείνουν. Κάνει ζάππινγκ, προσπαθεί να βρεί κάτι ερεθιστικό, που θα κρατήσει το ενδιαφέρον του χωρίς ο ίδιος ενεργητικά ν'αποφασίσει να συγκεντρωθεί. Ο τηλεθεατής παρακολουθεί τηλεόραση με τα φώτα αναμμένα, με το τηλέφωνο στην πρίζα, με την αναμονή της διαφημιστικής διακοπής για να προλάβει να κάνει κάτι, κλπ. Οι παραγωγοί των τηλεοπτικών προγραμμάτων έχουν επίγνωση αυτών των συνθηκών και προσφέρουν εικόνες που να απαντούν σ'αυτές τις ειδικές ανάγκες, οι οποίες είναι εκ διαμέτρου αντίθετες από αυτές μιας κινηματογραφικής προβολής.
Συνήθως ο διαφημιστικός ήχος είναι πιο δυνατός από τον ήχο μιας ταινίας. Ο τηλεθεατής που δεν θέλει να ακούει πολύ δυνατά, κρατά την ένταση της τηλεόρασης στο επίπεδο της σωστής ακοής της διαφήμισης. Αυτό δημιουργεί την λανθασμένη αίσθηση της μονοτονίας της ηχητικής μπάντας του έργου, επειδή ακούγεται πολύ χαμηλά και χάνονται τυχόν αποχρώσεις και λεπτομέρειες .Το απρόσεκτο κόψιμο (που ελάχιστη σχέση έχει με το pan & scan: επιλογή & σάρωση) που γίνεται από τους υπεύθυνους προγράμματος και όχι υπό την επίβλεψη του σκηνοθέτη, δημιουργεί άλλη αισθητική και κατοχυρώνει τραγικές προχειρότητες. Μια εποχή βλέπαμε συχνά στην τηλεόραση το περιβόητο κάδρο "του κεντρικού βάζου". Οι δύο ήρωες της ταινίας, βρίσκονταν αριστερά και δεξιά ενός τραπεζιού που επάνω του είχε ένα βάζο. Οταν οι υπεύθυνοι προγράμματος έκοβαν το κάδρο για να χωρέσει στο 4:3, έκοβαν απλούστατα, τα άκρα. Ετσι, βλέπαμε στις τηλεοπτικές μας οθόνες δύο μπράτσα, ένα στη δεξιά άκρη του κάδρου, το άλλο στην αριστερή, που συνομιλούσαν εκτός κάδρου, ενώ κεντρικός ήρωας της σκηνής ήταν το βάζο. Δεν ξέρω αν σε εσάς συνέβηκε αλλά, εγώ την πρώτη φορά, που το είδα σε αστυνομική ταινία, θεωρόντας ότι ο σκηνοθέτης το έχει αποφασίσει έτσι, έψαχνα να ανακαλύψω το κρυμμένο μικρόφωνο μέσα στο βάζο που παρακολουθεί τους δύο ήρωες. Και είχα μεγάλη αγωνία. Οταν το ίδιο κάδρο εμφανίστηκε ξανά και ξανά ακόμη και σε ερωτικές σκηνές κατάλαβα ότι υπήρχε άλλου τύπου πρόβλημα. Πέρα από το αστείο της υπόθεσης, αν κάποιος δεν γνωρίζει ότι μια ταινία κόβεται για να προσαρμοστεί στο τηλεοπτικό κάδρο, δεν έχει λόγους να μην θεωρεί σωστό, άρτιο και δραματουργικά δικαιολογημένο αυτό που βλέπει, διότι το βλέπει. Κι εδώ, μπορούμε να πούμε ότι η τηλεόραση δημιουργεί ανάπηρες αισθητικές τάσεις, διαμορφώνει γούστο και εθίζει τον τηλεθεατή στο λάθος, στη προχειρότητα και, κυρίως, διαμορφώνει την αντίληψη ότι "και περίπου να δούμε μία ταινία δεν είναι και τόσο κακό. Μια ιδέα κανείς να πάρει και καταλαβαίνει". Τις περισσότερες φορές ανοίγουμε τη μικρή οθόνη και κολλάμε σε μια εικόνα που μας φαίνεται ενδιαφέρουσα. Αν δεν έχουμε ενημερωθεί από κάποιο έντυπο για την ταινία, δεν θα μάθουμε ποτέ ούτε τον τίτλο της, διότι με το που τελειώνει, τα κανάλια θεωρούν το χρόνο των τίτλων άχρηστο και τους κόβουν. Ισως, γι'αυτό κανείς δεν διαμαρτύρεται ούτε στην αίθουσα, όταν κόβονται οι τίτλοι τέλους, διότι το έχουμε συνηθίσει από το σπίτι. Η τηλεθέαση δεν είναι απαραίτητα κακή, υπάρχει στη ζωή μας εδώ και καιρό, και δεν φαίνεται πουθενά κάποιος σοβαρός λόγος για να εκλείψει. Ομως η σωστή τοποθέτηση του τηλεθεατή -τι βλέπει, πότε και πως το βλέπει- επιτρέπει και επιβάλλει κρίσεις και βελτιώσεις.

Η ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΗ ΠΡΟΒΟΛΗ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ

Τα τελευταία χρόνια βρίσκονται, πλέον, στην αγορά βιντεοκασσέτες με ήχο surround και laserdiscs με, πράγματι, πολύ προσεγμένες εκδόσεις ταινιών. Οι νέες, όμως, τεχνολογίες που επιτρέπουν τη σωστή παρακολούθηση της κινηματογραφικής ταινίας στο σπίτι, κάνουν τα πράγματα όλο και πιο περίπλοκα και ίσως να είναι απαραίτητο να τα ξεκαθαρίσουμε. Δεν είναι μόνο σημαντικό να έχουμε καλά μηχανήματα για τη σωστή μετάδοση της ταινίας, πρέπει και το μέσο στο οποίο είναι γραμμένη η ταινία να σέβεται και να τηρεί τις βασικές προυποθέσεις προβολής της. Οι οποίες είναι, χονδρικά, το φορμά της εικόνας, το χρώμα και ο ήχος. Μέσα στην ενότητα του ήχου, πέρα από τη μονοφωνική ή στερεοφωνική εκδοχή, ενσωματώνουμε και το ντουμπλάζ μιας ταινίας, που συνήθως είναι απαράδεκτο, αλλοιώνει την ηχητική της ποιότητα, αν δεν το έχει επιμεληθεί ο μιξέρ της ταινίας, πράγμα που είναι σπάνιο.
Θυμόμαστε όλοι την άνθιση των βίντεο-club στις αρχές της δεκαετίας του '80 και την άνοδο των πωλήσεων των βίντεο. Ολα τα σπίτια, ή σχεδόν όλα είχαν και από ένα. Λίγοι όμως συνέχισαν για καιρό να βλέπουν ταινίες ή δημιουργούσαν με αντιγραφές τις προσωπικές τους ταινιοθήκες. Σήμερα πια, οι παλιές ταινίες όλο και εξαφανίζονται από τα βίντεο-clubs, και αν υπάρχουν, οι κασσέτες είναι σχεδόν κατεστραμένες. Αναφέρομαι κατ'αρχήν στις παλιές ταινίες, διότι οι περισσότερες ήταν μονοφωνικές και στο φορμά του 1.33:1 ή 1.66:1, προυποθέσεις, τις οποίες η τηλεόρασή μας πληροί, ώστε να μεταδίδει σωστά αυτές τις ταινίες. Οταν η σημασία του στερεοφωνικού κινηματογραφικού ήχου άρχισε να γίνεται κατανοητή και σταμάτησε να θεωρείται "πονηρό παιχνιδάκι" των εταιρειών, οι κασσέτες του εμπορίου παρέμειναν μονοφωνικές. Η ενημέρωση, όμως, και η γνώση των κινηματογραφόφιλων σχετικά με τις τεχνικές αλλαγές στο κινηματογραφικό έργο και τη σημασία τους, έσπρωξε μια ολόκληρη αγορά να ανανεωθεί. Όλο και περισσότερες ταινίες με ήχο surround κάνουν την εμφάνισή τους. Η βινεοκασσέτα δημιουργήθηκε με τη λογική να παίζεται στο τηλεοπτικό κάδρο 4:3, γι'αυτό είναι συνήθως κομμένη με τη μέθοδο του pan & scan. Επειδή η τηλεόραση είναι μικρή και τετράγωνη, κατά τη διαδικασία επιλογής των σημείων που θα κοπούν, παίζει μεγάλο ρόλο όχι η ισσοροπία και η αισθητική του κάδρου που ο σκηνοθέτης έστησε, αλλά η ευκρίνεια του γενικώς αποδεκτού ως "σημαντικό". Ετσι, σε πλάνα γενικά όπου η ισορροπία των στοιχείων τους και η ομορφιά τους βρίσκεται στη χρυσή τομή, στην εκδοχή pan & scan βρίσκονται κεντραρισμένα (James Bond). Μπροστά, βέβαια, στην επιλογή του να χάσουμε την ισορροπία του κάδρου ή το "σημαντικό" αφηγηματικό στοιχείο, η λύση είναι προφανής. Ετσι, όμως, διαμορφώνουμε άλλη άποψη για την σκηνοθετική ματιά, απ'αυτήν που πράγματι μας προτείνει ο σκηνοθέτης στο πρωτότυπο, δηλαδή, στην αίθουσα που προβάλλεται ολόκληρο το μέγεθος του φίλμ του. Επιπλέον, η μικρή οθόνη χρειάζεται άλλους ρυθμούς εναλλαγής πλάνων. Ενα πλάνο, που στη μεγάλη οθόνη φαίνεται ότι διαρκεί αρκετά ώστε να προλάβει ο θεατής να δεί όλες τις λεπτομέρειες, στην μικρή, φαίνεται γρήγορο και λίγο. Ο ρυθμός είναι ένα από τα σημαντικότερα, αν όχι το σημαντικότερο στοιχείο στην κινηματογραφική αφήγηση -αν βέβαια έχει κάτι ουσιαστικό να πεί. Οι μονοφωνικές βιντεοκασσέτες, που κυκλοφορούν ακόμη και για ταινίες με Dolby ή Dolby SR, ενισχύουν το πρόβλημα λόγω της ελλειπούς αναμετάδοσης του εύρους της ηχητικής μπάντας. Ταινίες όπως το Somerby, ή η Ούργκα του Mikhalkov, όπου τα γενικά τους πλάνα αποκτούσαν ρυθμό από το γέμισμα της ηχητικής μπάντας, στη μονοφωνική εκδοχή φαίνονται αργές και κουραστικές. Ταινίες όπως ο Δράκουλας του Coppola, όπου οι περιφερειακοί ήχοι παίζουν σημαντικό ρόλο τόσο στην αίσθηση που δημιουργούν, όσο και στη δραματουργία, είναι απαγορευτικές στη μονοφωνική εκδοχή τους. Η μονοφωνικές βιντεοκασσέτες προσφέρονται μόνο για ταινίες μονοφωνικές, άρα παλιές, που, όμως δυστυχώς -στην Ελλάδα τουλάχιστον- κυκλοφορούν ελάχιστοι τίτλοι. Λεπτομέρειες; Οχι, γιατί αν δεν ενδιαφέρει η γραφή και η προσωπική ματιά του σκηνοθέτη, τότε η τηλεόραση, ως ροή προγράμματος, αρκεί να καλύψει τις ανάγκες μας και δεν υπάρχει κανένας λόγος να μπει κάποιος σε έξοδα για να βλέπει ότι του παρέχει η τηλεόραση δωρεάν. Αντίθετα, η βιντεοκασσέτα με ήχο surround δημιουργεί το εξής ενδιαφέρον φαινόμενο όταν παιχτεί σε μικρή οθόνη: Μεγαλώνει την αίσθηση της εικόνας. Νοιώθουμε -επειδή ο ήχος μας περιβάλλει- ότι το κάδρο ανοίγει. Αίσθηση που έχουμε, επίσης, στη προβολή Laserdisc με στερεοφωνικό ήχο, σε μικρή οθόνη. Αν και οι εκδόσεις σε laserdiscs σέβονται συνήθως το κανονικό κινηματογραφικο φορμά της ταινίας, δηλαδή προβάλλονται συνήθως με μπάρες πάνω κάτω -όταν η ταινία το απαιτεί-(που έχει ως αποτέλεσμα, στο μέγεθος της τηλεόρασης το κάδρο να μικραίνει αισθητά), παρ'όλα ταύτα έχουμε την αίσθηση μιας μεγαλύτερης και πληρέστερης προβολής απ'ότι αν βλέπαμε την ίδια ταινία σε pan & scan μονοφωνικό.

Η ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ

Εδώ, πλέον, εμφανίζεται η ανάγκη της μεγάλης οθόνης, της σωστής βιντεοπροβολής. Αν πράγματι, ο κινηματογραφόφιλος θέλει να βλέπει και στο σπίτι τις αγαπημένες του ταινίες σε καλές και σωστές συνθήκες, για απόλαυση ή για μελέτη, τότε, η μεγάλη οθόνη γίνεται απαραίτητη και σύντομα, ελπίζω, θα είναι και προσιτή από τους πολλούς. Δυστυχώς οι άκρως προσεγμένες εκδόσεις των laserdiscs δεν έχουν κεντρίσει το ελληνικό ενδιαφέρον και έτσι δεν υπάρχει υποτιτλισμός. Αλλά, δεν χρειάζεται υποτιτλισμός για να δεί κανείς τα αριστουργήματα του βωβού, που έχουν κυκλοφορήσει, ούτε έν τέλει είναι απαραίτητος στην τρίτη ή τέταρτη προβολή μιας αγαπημένης μας σκηνής. Ο λόγος δεν είναι πλέον σημαντικός, η δε φωνή, η χροιά, ο τόνος, ενσωματώνονται στη μουσικότητα του ηχητικού συνόλου. Η μεγάλη οθόνη επιτρέπει την απόλαυση της λεπτομέρειας που χάνεται στην μικρή και δίνει τη σωστή αίσθηση του ρυθμού της ταινίας. Δεν βλέπονται τα πάντα σε μεγάλη οθόνη, όπως και δεν βλέπονται τα πάντα στην μικρή.
Εντυπωσιακό είναι να προβάλλει κανείς το τηλεοπτικό πρόγραμμα στην οθόνη. Ολα φαίνονται γκροτέσκα, όλα φαίνονται αργά, άρυθμα, ξεχειλωμένα. Το μάτι πιάνει εύκολα της λεπτομέρειες, εισπράττει αμέσως την πληροφορία και ζητά την αλλαγή. Τα κοντινά πλάνα φαίνονται πολύ κοντινά. Γεμίζουν την οθόνη. Και ο νεότερος κινηματογράφος χρησιμοποιεί πολύ τα κοντινά, αλλά επειδή στο μακρόστενο κάδρο, υπάρχει χώρος και για άλλες πληροφορίες στα πλάγια, στο φόντο, δεν έχουμε την αίσθηση της εισβολής, του προσώπου ή της οποιασδήποτε λεπτομέρειας, στο σπίτι μας, στον χώρο μας, που είναι σαφώς ενοχλητική και δημιουργεί μια περίεργη αμηχανία. Γιατί, όπως όλοι το νοιώθουμε, τα κοντινά πλάνα, μας πλησιάζουν στη δράση, μας συγκινούν, μας επιτρέπουν να πάμε πιό κοντά. Τα γενικά, αντίθετα, μας απομακρύνουν, και αν μας ερεθίσουν με κάποια στοιχεία, που ίσα, ίσα τα αντιλαμβανόμαστε, θέλουμε, δημιουργείται η επιθυμία, να πλησιάσουμε. Αν δεν τα διακρίνουμε (περίπτωση μικρής οθόνης), κουραζόμαστε και παραιτούμαστε. Η μεγάλη οθόνη είναι ιδανική για ταινίες φτιαγμένες γι'αυτήν, δηλαδή για τις κινηματογραφικές, στο σωστό τους μέγεθος και όχι για τις τηλεοπτικές σειρές που έχουν δικούς τους κώδικες ανάγνωσης. Τώρα με το DVD, όπου η ποιότητα της εικόνας είναι κλάσης ανώτερη απ'οτιδήποτε άλλο έχουμε δεί μέχρι σήμερα και πλησιάζει αρκετά τη ποιότητα του φίλμ, οι εκδοχές που παρέχονται, προσφέρονται για άκρως διασκεδαστικά και επιμορφωτικά πειράματα. Μπορούμε να δούμε την ίδια ταινία σε widescreen και pan & scan. Μπορούμε επίσης να την δούμε σε αναλογίες 4:3 και σε 16:9. Ετσι, πολύ απλά, ο κάθε θεατής μπορεί να αντιληφθεί πλήρως και να καταλάβει όλα αυτά που διαφοροποιούν την προβολή ενός κινηματογραφικού ή τηλεοπτικού έργου στις διαφορετικές συνθήκες.
Όσο ο κινηματογραφόφιλος είναι σωστά ενημερωμένος και κατανοεί πλήρως τις δυνατότητες που το κάθε μέσο του προσφέρει, τόσο η απόλαυση της παρακολούθησης των αγαπημένων του ταινιών αυξάνει. Η κινηματογραφική αίθουσα, απ'ότι φαίνεται, δεν χάνει το κοινό που της αντιστοιχεί, η τηλεόραση, απ'ότι φαίνεται, δεν θα φύγει από τη ζωή μας και αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό, η σωστή όμως προβολή των ταινιών στο σπίτι αλλάζει ριζικά τώρα τελευταία και η γνώση των δυνατοτήτων της προσφέρει καινούργιους κόσμους. Είναι μάλλον κουτό να θεωρούμε ότι όλα αυτά τα καινούργια πράγματα είναι κομίτες που θα περάσουν και θα τελειώσει η υπόθεση. Η κινηματογραφικη τέχνη έχει εξελιχθεί πολύ και οι εγγενείς περιορισμοί της τηλεόρασης δεν μπορούν πλέον να την καλύψουν. Μάλλον την παραποιούν, τη περιορίζουν, την καταστρέφουν. Οι σκηνοθέτες, που χρησιμοποιούν το κάδρο 2.35:1, το χρησιμοποιούν γιατί θέλουν να γεμίσουν όλο αυτό το πλάτος. Οταν χρησιμοποιούν τα 6 κανάλια του ψηφιακού ήχου, είναι γιατί θέλουν να βάλουν ήχους σ'αυτά. Αρα, είναι απόλυτα δικαιολογημένη η αγωνία τους ότι το τελικό αποτέλεσμα θα είναι εντελώς παραποιημένο και δεν θα τους εκφράζει αν αυτό παιχτεί στις αναλογίες 4:3, μονοφωνικά. Και, φυσιολογικά, ο κάθε κινηματογραφόφιλος θέλει να δεί την ταινία που του παρουσιάζει ο σκηνοθέτης και τίποτε άλλο.


Ηλέκτρα Βενάκη
Διαβάστε περισσότερα ...

RAN (Α)


RAN, ΙΑΠΩΝΙΑ/ ΓΑΛΛΙΑ, 1985
έγχρωμο, 2.35:1, Dolby Surround (70mm 6-Track)
Σκηνοθεσία: Akira Kurosawa
Σενάριο: Masato Ide, Akira Kurosawa

Φωτογραφία: Asakazu Nakai, Takao Saito, Masaharu Ueda
Μουσική: Toru Takemitsu
Παραγωγή: Masato Hara, Serge Silberman
Μοντάζ: Akira Kurosawa
Παίζουν: Tatsuya Nakadai, Mieko Harada, Masayuaki Yui, Peter, Jinpachi Nezu, Akira Terao, Daisuke Ryu
DVD: Fox Lorber FLV 5034, 160min, 1.85:1. Dolby digital 2.0 Surround, NTSC, Region 1



Χρώματα, σχήματα, σύμβολα

Το κίτρινο και το κόκκινο είναι τα χρώματα της φωτιάς. Το θαλασσί είναι το χρώμα της γαλήνης και της ηρεμίας. Κίτρινα και κόκκινα ενδύματα φορούν οι δύο γιοι του 70χρονου, σκληρού φεουδάρχη, Hidetora. Θαλασσιά ενδυμασία φορά ο μικρότερος γιος του. Με μια τόσο σαφή μεταφορά ξεκινά ο Kurosawa αυτό το μοναδικής ομορφιάς έπος,βασισμένο στον Βασιλιά Λήρ του Shakespeare. Μόνο που οι τρεις κόρες του Βασιλιά, εδώ, στην Ιαπωνία του 16ου αιώνα, γίνονται γιοι, όπου η πιστή Κορδέλια μεταβάλλεται στον πιστό γαλαζοντυμένο Saburo.
Εντυπωσιακό επίτευγμα, το RAN, ταινία που μένει στη μνήμη βαθιά χαραγμένη, σκηνές που δεν έχουμε ξαναδεί ποτέ στον κινηματογράφο, αν και πολλοί τις μιμήθηκαν. Απ’ όσους έχουν δει τη ταινία, ακόμη και μετά από τόσα χρόνια μετά τη πρώτη και μοναδική προβολή της στην Ελλάδα, οι περισσότεροι θυμούνται τα χρώματά της, τις αξέχαστες σκηνές μάχης, όπου το κόκκινο με το κίτρινο και το μαύρο εναλλάσσονται σαν να καίνε όλο το κάδρο. Και έτσι γίνεται. Η μεταφορά είναι παρούσα και κυρίαρχη σε όλη τη ταινία, στην εικόνα και τη πρόζα, εισέρχεται ακόμη και στην οποιαδήποτε ανάλυσή της.
Σ’ αυτή τη ταινία ο Kurosawa αναιρεί τα πρόσωπα. Οι χαρακτήρες είναι σχήματα, ουσιαστικά δεν υπάρχουν. Υπάρχουν ιδέες, σύνολα συμπεριφορών, μεταφορές. Ο τόπος είναι η κόλαση και η ύπαρξη είναι υποχρεωμένη να την αντιμετωπίσει.
Ο 70χρονος φεουδάρχης Hidetora, έχει γυρίσει από ένα επιτυχημένο κυνήγι με τους δύο γειτονικούς φεουδάρχες, τους Fujimaki και Ayabe, και σκέφτεται να παντρέψει τον Saburo, με τη κόρη ενός από τους δύο γείτονες. Κάθονται όλοι μαζί στους αγρούς, στο σταυροδρόμιτων τριών δρόμων που ενώνει τα φέουδα.
Στο κέντρο κάθεται ο Hidetora. Δεξιά του, οι δύο γείτονες, αριστερά του τα τρία παιδιά του και οι δυο πιο πιστοί του σαμουράι. Μπροστά του, διαμορφώνοντας και κλείνοντας το κύκλο, οι υπόλοιποι πολεμιστές. Ο αρσενικοθήλυκος Kyaomi, ο τρελός, τους διασκεδάζει με τις παραβολές του. Η μηχανή βρίσκεται χαμηλά αφήνοντας περιθώρια στον γαλάζιο ουρανό να κερδίσει μεγάλο μέρος του κάδρου. Η ηρεμία βρίσκεται παντού: στις χαμηλόφωνες αραιές συζητήσεις, στους μονότονους ήχους τις φύσης, στο κλειστό κύκλο των ανθρώπων. Παρόμοια σύνθεση δεν θα ξανά-υπάρξει σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, διότι η ρήξη μέσα στους κόλπους της οικογένειας του Hidetora προκαλείται απ’ αυτή κιόλας τη στιγμή. Ο Hidetora, παρασυρμένος από ένα όνειρο που βλέπει, μοιράζει αλόγιστα, τη περιουσία του στα τρία παιδιά του, κάνοντας πρώτο και κύριο άρχοντα τον πρωτότοκο γιο του, δίνοντας το δεύτερο και το τρίτο κάστρο αντίστοιχα, στους άλλους δύο γιους και κρατά για τον εαυτό του, μερικούς από τους πιστούς του πολεμιστές, θεωρώντας ότι και τα τρία του παιδία θα τον φιλοξενούν εναλλάξ. Ο Saburo κρίνοντας επιπόλαιη τη πράξη του πατέρα του, αντιδρά αρνητικά και επίμονα, υποστηρίζοντας ότι αυτή θα είναι η αιτία πολλών καταστροφών. Ο Hidetora τον εξορίζει και τον καταριέται.

Η σύνθεση του κάδρου

Η επιβεβαίωση όμως των λεγόμενων του Saburo δεν θα αργήσει να έρθει. Ο πρωτότοκος Taro, είναι παντρεμένος με την Kaede, κόρη άρχοντα της περιοχής, που ο Hidetora έχει ξεκληρίσει. Η Kaede θα καταφέρει να διώξει τον ανόητο γέροντα, ο οποίος καταφεύγει στο κάστρο του δεύτερου του γιου. Ο Jiro, είναι και αυτός παντρεμένος, με την Sue, την οικογένεια της οποίας επίσης έχει ξεκληρίσει ο Hidetora. Όμως η Sue δεν κρατά κακία, πιστεύει στον Βούδα και η ψυχή της ξέρει να συγχωρεί. Ο σκληρός Hidetora πιο εύκολα μπορεί να αντιμετωπίσει τη σκληρή και μονοσήμαντη συμπεριφορά της Kaede παρά τη γεμάτη συμπόνια ματιά της Sue. Η συνάντηση του πεθερού με τη νύφη γίνεται σε μια κορφή όπου η Sue πηγαίνει και προσεύχεται. Είναι δειλινό, τα ζεστά κόκκινα χρώματα καίνε τον ουρανό και αφαιρούν οποιοδήποτε ξεχωριστό χρώμα από τους δύο ήρωες, που γίνονται σαν δύο μαύρες σκιές.
Σ’ αυτή τη σκηνή οι άξονες που δημιουργούνται μέσα στην εικόνα από τις κινήσεις των ηθοποιών και της μηχανής, αναιρούν την έννοια της χρήσης της ίδιας της εικόνας. Η εικόνα δεν είναι η αναπαράσταση της πραγματικότητας, είναι η ίδια η πραγματικότητα μέσα στη μεταφορά της. Η Sue είναι καθισμένη αριστερά στο κάδρο και έχει στραμμένο το βλέμμα της προς τον όρθιο Hidetora, το βλέμμα της δηλαδή έχει άξονα προς τον ουρανό. Όταν καταφθάνει ο φιλόδοξος Jiro, μέσα στο ίδιο πλάνο, με σκοπό να διώξει τον πατέρα, για να μη δυσαρεστήσει τον νέο άρχοντα και μεγάλο του αδελφό, η μηχανή κινείται και τον ακολουθεί που ανεβαίνει το λόφο, για να σταθεροποιηθεί στο ίδιο κάδρο με αυτό της Sue, αλλά ο άξονας είναι αντίστροφος. Ο Jiro βρίσκεται δεξιά του πατέρα του και ο Hidetora κοιτά υποχρεωτικά προς τα κάτω, προς τη γη. Η μεταφορά είναι τόσο σαφής όσο και πανέμορφη. Συγχρόνως, με την άφιξη του Jiro, ο ήχος της φύσης γίνεται διακριτικά απειλητικός.
Ο Hidetora, δεν έχει πια θέση εδώ και, θυμωμένος ακόμη, καταφεύγει στο τρίτο κάστρο, γνωρίζοντας ότι ο Saburo δεν είναι εκεί. Έχει παντρευτεί τη κόρη του Fujimaki και ζει μαζί τους. Οι πολεμιστές του Saburo που αποχωρούν δεν έχουν την ανάγκη επικής ή λυρικής μουσικής για να τους συνοδεύσει. Οι οπλές των αλόγων που κατευθύνονται προς τα δεξιά σε αντίθεση με το θρόισμα των λαβάρων προς τα αριστερά του κάδρου, συνθέτουν μια μαγευτική ηχητική εικόνα που παραμένει για πολύ ώρα πάνω σε ένα κάδρο που δεν τους περιέχει.

Το έπος

Όπως πολύ σωστά, ο Saburo, σ’ εκείνη τη πρώτη σκηνή είχε καταφέρει να σπάσει τα τρία ξύλα που του είχε δώσει ο πατέρας του για να του αποδείξει συμβολικά τη δύναμη της ένωσης, ο Jiro αποφασίζει να προδώσει τον μεγάλο του αδελφό και επιτίθεται στο 3ο κάστρο, σκοτώνει όλους τους πολεμιστές του πατέρα του και όταν φθάνει ο Τaro τον σκοτώνει και αυτόν. Αυτή η σχεδόν 15λεπτη σκηνή έχει μείνει στην ιστορία του κινηματογράφου για τη τελειότητα της σύνθεσής της. Το κάστρο είναι γκρίζο, μέσα στη σκόνη, που σηκώνουν οι οπλές των αλόγων. Τα κίτρινα λάβαρα του Jiro φθάνουν πρώτα και ξεκινούν την επίθεση. Τα κόκκινα του Taro, ακολουθούν. Πρόσωπα δεν βλέπουμε, δεν εστιάζεται σε αυτά η προσοχή μας. Μέσα στα πολεμικά τους καλύμματα όλος αυτός ο όχλος μετατρέπεται στη μεταφορά της δύναμης, της εξουσίας. Και η μάχη αρχίζει.
Για έξι περίπου ολόκληρα λεπτά όλοι οι ήχοι κόβονται και η εικόνα αποκτά μια χρονική απόσταση από τη μουσική του Toru Takemitsu ( τη 1η συμφωνία του Malher είχε ο Kurosawa στο μυαλό του όταν μίλησε για μουσική με τον συνθέτη του) που επιβάλλει το σχόλιο. Η εικόνα είναι λεπτομερέστατη, σχεδόν ηδονοβλεπτική. Κομμένα χέρια, βγαλμένα μάτια, σώματα που πέφτουν, γυναίκες πού αλληλοσκοτώνονται για να μην πέσουν στα χέρια του εχθρού. Όλα φαίνονται ολοκάθαρα και μεταφέρουν τη φρίκη του πολέμου μέσα στην εξαίσιαχρήση της μουσικής. Η μουσική σταματά απότομα και δίνει τη θέση της σε μια έντονη και ευδιάκριτη ηχητική μπάντα όταν ο Taro σκοτώνεται από έναν πολεμιστή του αδελφού του. Η εικόνα, αντίθετα, από εκείνο το σημείο, όπου ο ήχος την αντικαθιστά, γίνεται θολή. Η σκόνη περιβάλλει τα πάντα. Ορδές πεζών πολεμιστών κινούνται στο πρώτο επίπεδο του κάδρου, ενώ ακριβώς από πίσω τους οι έφιπποι ακολουθούν αντίθετη πορεία. Η ανάποδα: σε πρώτο επίπεδο οι έφιπποι και στο φόντο οι πεζοί. Οι σκηνές είναι μαγικές, τα πρόσωπα εξαφανίζονται μέσα στο σύμβολο της μάζας. Το κάδρο, στην αναλογία 2.35:1, δεν έχει φανεί ποτέ μεγαλύτερο στην ιστορία του κινηματογράφου. Δεν είναι θέμα προοπτικής όσο διεύρυνσης των ορίων του
Μετά από 15 λεπτά περίπου, φιλμικού χρόνου, ο Hidetora φεύγει σαν ένας τρελός γέροντας που δεν έχει τη δύναμη να πειράξει πλέον κανένα. Το πρόσωπο του καθ’ όλη τη διάρκεια της μάχης μεταμορφωνόταν σταδιακά για να καταλήξει στη τραγική φιγούρα με τα έντονα μάτια, το λευκό δέρμα και τα κάτασπρα μαλλιά, βγαλμένη κατευθείαν από το θέατρο Noh. Με τους δύο πιστούς ακολούθους του, τον τρελό Kyaomi και τον πιστό πολεμιστή Tango καταφεύγουν τυχαία σε μια σκοτεινή καλύβα, όπου ζει ο νεαρός αδελφός της Sue, τυφλός από το χέρι του Hidetora, o Tsurumaru, παραπέμποντας και αυτός, με τα μαύρα μακριά μαλλιά του στη τρελή γυναίκα του θεάτρου Noh.
Ο τρελός γέροντας έχει μπει στη προσωπική του κόλαση και είναι υποχρεωμένος να την αντιμετωπίσει.

Η τρέλα

Ο Tango, φεύγει, πάει να βρει τον Saburo και να τον φέρει στον πατέρα του. Οι δύο τρελοί καταφεύγουν στα χαλάσματα ενός κάστρου εκεί κοντά, που αποκαλύπτεται αργότερα ότι είναι το πατρικό κάστρο της Sue. Η φωνή του Hidetora αποκτά μια ιδιαίτερη αντήχηση που δεν δικαιολογείται ρεαλιστικά από το βάθος των χαλασμάτων. Αλλά, όπως είπαμε, δεν είναι ο ρεαλισμός που απασχολεί τον Kurosawa, είναι η «μεταφορά» της δικής του οπτικής για τον κόσμο. Η φωνή του Hidetora αποκτά αντήχηση διότι του επιστρέφεται, χτυπά σε τοίχο, όπως όταν είμαστε μόνοι μέσα σε μια σπηλιά. Νοιώθει και είναι μόνος με τον εαυτό του. Και ο τρελός Kyaomi, όταν μιλά στον γέροντα και δεν εισακούγεται, η φωνή του αποκτά αντήχηση, ενώ όταν πλέον ανταλλάσουν τις σκέψεις τους και τις μοναξιές τους, στο υπέροχο πλάνο της σκάλας, η αντήχηση κόβεται.
Το ίδιο συμβολικό ηχητικό εφέ επαναλαμβάνεται στον ανοιχτό αγρό, χωρίς ρεαλιστική δικαιολογία, όταν ο Saburo τον βρίσκει και ο πατέρας ντρέπεται να τον αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο. Ντρέπεται να κοιτάξει τον δικό εαυτό. Το κάδρο είναι μαγευτικό: ο Hidetora βρίσκεται στη μέση του κάδρου, καθισμένος κατάχαμα κοιτάζοντας προς τα αριστερά στο κενό, γυρνώντας τη πλάτη στον γονατιστό Saburo, που ακολουθείται από τον Tango και τον Kyaomi ο οποίος είναι καθισμένος στο κάτω δεξί όριο του κάδρου. Ο συμβολισμός είναι σαφής. Υπάρχει ελεύθερος χώρος για κάτι. Αυτό το κάτι είναι η μετακίνηση του Saburo αριστερά του πατέρα του για να μπορέσει να τον κοιτάξει. Ο Kyaomi γυρίζει προς το φακό και, σαν κορυφαίος του χορού, μας απευθύνει το λόγο. Η σύνθεση του κάδρου έχει αλλάξει τελείως. Έχει δημιουργηθεί ημικύκλιο μέσα στην οθόνη που συμπληρώνεται από το ημικύκλιο της αίθουσας.
Στον αντίποδα του Hidetora, βρίσκεται η άλλη έντονα συμβολική προσωπικότητα μέσα στη ταινία, η Kaede, που, σαν άλλη λαίδη Μάκβεθ, έχει αποφασίσει να καταστρέψει ολοκληρωτικά τη φατρία του Hidetora και ερωτοτροπεί με τον ανόητο και φιλόδοξο Jiro. Ντυμένη σε λευκά τριζάτα ρούχα που ακούγονται σαν σούρσιμο φιδιού σε κάθε της κίνηση, τον πείθει να σκοτώσει η γυναίκα του ( η οποία σημειωτέο είναι μονίμως ντυμένη με λουλουδάτα χαρούμενα υφάσματα), τον πατέρα του ακόμη και τον Saburo που έχει ήδη καταφθάσει με το στρατό των δύο γειτόνων φεουδαρχών (με άσπρα λάβαρα) για να παραλάβει ειρηνικά τον Hidetora.

Η κάθαρση

Μια ολόκληρη δολοπλοκία στήνεται και η καταστροφή είναι ολοκληρωτική. Ο Saburo νικά, αλλά πεθαίνει. Ο πατέρας του, τον βλέπει νεκρό και δεν αντέχει άλλο. Ο Jiro επίσης έχει σκοτωθεί. Η Kaede καταφέρνει να σκοτώσει τη Sue, αλλά ένας πιστός σαμουράι την αποκεφαλίζει κι αυτήν χωρίς δεύτερη κουβέντα. Ποιοι επιζούν; Ο τρελός, ο πιστός πολεμιστής και ο τυφλός αδελφός της Sue , ολομόναχος πάνω σε έναν βράχο, έχοντας χάσει τα πάντα. Ακόμη και τη πολυαγαπημένη του φλογέρα. Η ταινία κλείνει με αυτόν, στο διάσημο πλέον τρίπτυχο πλάνο του Kurosawa. Τρία cut στον ίδιο άξονα (γενικό-μεσαίο-κοντινό) για να πλησιάσει το θέμα του, τον Tsurumaru που στέκει , λιγνός, γυρτός και μόνος, μπροστά στο απέραντο χάος. Το Ran ανήκει σε εκείνα τα αριστουργήματα που δεν αναλώνονται ποτέ. Ο καθείς μπορεί να τις δικές του μεταφορές μέσα από αυτόν τον τεράστιο πλούτο που μας παραθέτει ο «Αυτοκράτορας Kurosawa», όπως τον αποκαλούν οι κινηματογραφιστές ανά τον κόσμο.

Ηλέκτρα Βενάκη
Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό HiTECH, τεύχος 42, Οκτώβριος 1999
Διαβάστε περισσότερα ...

O ΤΑΞΙΤΖΗΣ (Α)

TAXI DRIVER
ΗΠΑ, 1976, Εγχρωμο, Dolby SR, 1.85:1
Σκηνοθεσία: Martin Scorsese
Σενάριο: Paul Shrader

Παραγωγή: Julia & Michael Phillips
Μουσική: Bernard Shrader
Φωτογραφία: Michael Chaapman
Μοντάζ: Tom Rolf, Melvin Shapiro
Παίζουν: Robert De Niro, Jodie Foster, Harvey Keitel, Leonard Harris, Cybill Sheperd, Albert brooks, Peter Boyle
Διανομή: ΠΡΟΟΠΤΙΚΗ

Ο «Ταξιτζής» είναι σίγουρα η ταινία-σταθμός της δεκαετίας του ’70.

Ποιος είναι ο ΤΑΞΙΤΖΗΣ


Ο 26χρονος Travis Bickle, πεζοναύτης στο Βιετνάμ, χωρίς ιδιαίτερη παιδεία ή κοινωνικότητα, αποφασίζει να δουλεύει ταξιτζής όλες τις νύχτες της εβδομάδας, διότι βασανίζεται από αϋπνίες και από τους δαίμονές του. Πεπεισμένος ότι η ζωή πρέπει να έχει μια κανονικότητα, ερωτεύεται την ξανθιά Betsy, η οποία δουλεύει για τον υποψήφιο γερουσιαστή Palantine στο εκλογικό κέντρο της περιοχής. Στο πρώτο τους ήδη ραντεβού, την πηγαίνει σε πορνό σινεμά και διακόπτει υποσυνείδητα οποιαδήποτε δυνατότητα σχέσης μεταξύ τους. Γνωρίζει μια δωδεκάχρονη πόρνη, την Iris, θεωρεί ότι πρέπει να τη σώσει από τον «νταβατζή» της, ο κόσμος όλος, αυτός της νύχτας στη Ν.Υ., του φαίνεται βρόμικος και κακός. Μόνος, παρατηρητής περισσότερο, παρά δρων πρόσωπο, τρέφεται με αυτές τις εικόνες, που έρχονται σε αντίθεση με εκείνες της τηλεόρασης, που αποτελούν τη δεύτερη πηγή των παραστάσεών του για την πραγματικότητα. Κάποια στιγμή, αυτός ο χείμαρρος της μοναξιάς θα βρει διέξοδο σε μια πράξη κάθαρσης: το φόνο. Αποφασίζει να σκοτώσει τον Palantine, αλλά, επειδή δεν το καταφέρνει, σκοτώνει το μαστροπό της Iris και όποιον άλλο βρέθηκε μπροστά του εκείνη τη στιγμή. Αντί να καταδικαστεί, γίνεται ήρωας, προστάτης της ηθικής.
Όταν πρώτο-παίχτηκε αυτή η ταινία του Scorsese, ξεσήκωσε θύελλα αρνητικών και θετικών αντιδράσεων. Έχουν γραφτεί σελίδες επί σελίδων, έχουν αναλυθεί ο ήρωας και οι επιδράσεις των βίαιων σκηνών σε τέτοιο σημείο, που επηρέασαν την τότε πραγματικότητα του αμερικανικού κόσμου.

Ποιος είναι ο Travis Bickle

O Travis Bickle δεν είναι μοναδική περίπτωση ήρωα-αντιήρωα που κάποιος αποφάσισε να την κάνει ταινία. Η Αμερική της εποχής των 70s ήταν γεμάτη με τέτοια πρόσωπα. Σήμερα, παραμένει άκρως επίκαιρη και μοντέρνα, αφορά δε στην ελληνική πραγματικότητα περισσότερο παρά ποτέ.
Συχνό θέμα στις ταινίες του Scorsese η απώλεια του υποκειμένου μέσα στις πόλεις/λαβυρίνθους, και η σύγκρουσή του με την αστικοποίηση, την έλλειψη αξιών, τη μοντέρνα εποχή βρίσκει στον «Ταξιτζή» την καλύτερη εκδοχή της.
Η ειδοποιός διαφορά σε σχέση με τις άλλες ταινίες του είδους είναι ότι ο σκηνοθέτης, ο σεναριογράφος και ο βασικός ηθοποιός ήταν βαθύτατα συμφιλιωμένοι και όχι ιδιαίτερα φοβισμένοι με την έκφραση των αδυναμιών τους. Ο ίδιος ο σεναριογράφος λίγο καιρό πριν είχε έλθει πολύ κοντά σε αυτή την ψυχολογία, του μοναχικού, απελπισμένου ανθρώπου, είχε κάνει απόπειρα αυτοκτονίας, είχε μόλις χωρίσει από τη γυναίκα του και είχε μείνει χωρίς δουλειά. Όλη του η ενέργεια του «να πράξω αντί να παρατηρώ τη ζωή» βγήκε σαν χείμαρρος, ανάλογος με αυτόν του Travis, στη συγγραφή αυτού του σεναρίου. Ο ίδιος ο Scorsese ζούσε χρόνια συμφιλιωμένος με τις αϋπνίες του και όλοι λίγο πολύ γνωρίζουμε ότι ο De Niro είναι ένας άνθρωπος που δεν μιλά πολύ και εσωτερικεύει όλα αυτά που εισπράττει από τη ζωή, και ίσως για αυτό να είναι τόσο καλός ηθοποιός.

Ολόκληρη η ταινία προβάλλει την οπτική του Travis, αυτός αφηγείται μέσα από το προσωπικό ημερολόγιο, που κρατά ως μοναδική επαφή με την πραγματικότητα και την ανάγκη κοινωνικοποίησής του.
Η μηχανή λήψης έχει πάντα τον Travis μέσα στο κάδρο ή δείχνει ό,τι βλέπει αυτός. Βλέπουμε τα πάντα μέσα από τη δική του ματιά, αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο όπως τον αντιλαμβάνεται αυτός, και παρακολουθούμε την εξέλιξη της παράνοιάς του ή την κλιμάκωση της μοναξιάς του (όπως θέλει το βλέπει κανείς) μπροστά στα μάτια μας.
Αυτή η ανικανότητα επικοινωνίας είναι δηλωμένη κινηματογραφικά, με απλό, ξεκάθαρο και ιδιαίτερα τρυφερό τρόπο.

Η οπτική του Travis

Πρόκειται για μια ταινία με γρήγορο μοντάζ, λειτουργικές ελλείψεις και σφικτό ρυθμό. Όταν ένα πλάνο κρατά παραπάνω από τον επιβαλλόμενο ρυθμό, ο θεατής υποσυνείδητα εισπράττει μια διαφορετική πληροφορία, που βρίσκεται ακριβώς σε αυτή την επιπλέον διάρκεια.
Στη σκηνή του καφέ με τους ταξιτζήδες, για παράδειγμα, στο 16’ 54’’, δύο αντίθετες κινήσεις της μηχανής βάζουν στον ήρωά μας την πρώτη ιδέα απόκτησης όπλου, ενώ αμέσως μετά λέγεται μια άλλη πληροφορία που δεν τον αφορά και η κάμερα ξαναπαίρνει απόσταση. Αυτά τα δύο κοντινά πλάνα, του Travis και του ποτηριού, διαρκούν πολύ περισσότερο από όσο θα άντεχαν «κανονικά», σε μια νατουραλιστική προσέγγιση του θέματος. Ο ίδιος ο μοντέρ της ταινίας ομολογεί (στο φοβερά ενδιαφέρον ντοκιμαντέρ που βρίσκεται στο DVD περιοχής 2) ότι ήθελε να κόψει αυτά τα δύο πλάνα, διότι τα θεωρούσε μεγάλα, αλλά ο Scorsese τού έλεγε να τα αφήσει μεγαλύτερα. Όταν είδε το αποτέλεσμα, κατάλαβε ότι αυτή η επιπλέον διάρκεια υποχρεώνει το θεατή να αρχίσει να ξαναβλέπει το πλάνο, από τη στιγμή που θεωρούσε ότι θα έπρεπε να κοπεί, και το σηματοδοτεί διαφορετικά. Η μη νατουραλιστική προσέγγιση είναι συχνό φαινόμενο μέσα στην ταινία. Πολύ συχνά, όταν είμαστε μέσα στο ταξί δεν ακούμε την πόρτα να ανοίγει ή να κλείνει, τον πελάτη να λέει τη διαδρομή και τα υπόλοιπα ρεαλιστικά πράγματα. Όχι από σνομπισμό απέναντι στο ρεαλισμό, αλλά γιατί οποιοδήποτε νατουραλιστικό στοιχείο θα έκανε το θεατή να ξεχάσει τη μοναξιά του Travis, θα θεωρούσε αυτά τα στοιχεία φυσιολογικά (κάποιος μπαίνει, μια πόρτα κλείνει, κάτι λέει…) και δεν θα προλάβαινε να εισπράξει τον κοινωνικό αποκλεισμό που βιώνει ο ήρωας. Αντίθετα, με την αφαίρεση αυτών των στοιχείων και με τη μουσική του Herrmann η συναισθηματική κατάσταση του Travis δηλώνεται οριστικά και αμετάκλητα ως αυτή του μοναχικού ανθρώπου, μέσα σε μια πληθώρα γνώριμων κινήσεων όπου δεν ανταλλάσσει τίποτα με κανέναν.

Η οπτική του Scorsese

Η πιο εντυπωσιακή λήψη που εικονοποιεί την απόρριψη του ήρωα και την όλο και αυξανόμενη μοναξιά του, είναι αυτή που περιγράφει το τελευταίο τηλεφώνημα στην Betsy (35’). Ενώ μιλά στο τηλέφωνο, η κάμερα τον αφήνει και πηγαίνει στον άδειο διάδρομο: η απόλυτη μοναξιά και άρνηση. Ο Travis, αφού τελειώσει το τηλέφωνο, το οποίο έχουμε ακούσει off πάνω στον άδειο διάδρομο, μπαίνει στο κάδρο: ήλθε στο στοιχείο του.
Όταν πλέον αποφασίζει να αγοράσει τα όπλα, αρχίζουν να προστίθενται στην αφήγηση ηχητικές λεπτομέρειες που κλιμακώνουν ασυνείδητα την αγωνία του θεατή. «Το 38άρι είναι αστείο, παιδικό όπλο» του λέει ο ντίλερ και ο Travis το κατευθύνει προς το παράθυρο. Εκεί, ακούγεται ένα γέλιο/κλάμα μικρού παιδιού (52’).
Στο 63’, ακούγεται η περιβόητη φράση της σκηνής του καθρέφτη, «You talkin’ to me?», την οποία προσέθεσε ο De Niro κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας του ρόλου. Ας μην ξεχνάμε ότι ο De Niro δούλεψε ταξιτζής για μια περίοδο της ζωής του και μελέτησε τις ψυχικές ασθένειες, ώστε να μπορέσει να αποδώσει πιο σωστά το ρόλο –και το πέτυχε.
Το πιο εντυπωσιακό στοιχείο σε αυτή την περιβόητη σκηνή είναι το διπλό πλάνο αμέσως μετά, στο 64’ 33. Η σκηνή αρχίζει με μια διπλή λήψη του ίδιου πλάνου, ο De Niro προφίλ, στρέφεται προς την κάμερα, σαν να μην έχει αποφασίσει αν όλα αυτά θα τα αφήσει να συμβούν και μετά ακούγεται η φωνή του off, «Listen… Βλέπετε έναν άνθρωπο που όρθωσε το ανάστημά του» και τον βλέπουμε μικρό και μόνο ξαπλωμένο στο κρεβάτι του, σαν ένα άρρωστο παιδί που δεν μπορεί να αντιδράσει. Η σκηνή κλείνει με τον Travis να πυροβολεί «στα ψέματα» μπροστά στον καθρέφτη, να λέει «είσαι νεκρός» στον εαυτό του και σε όλους τους άλλους, ενώ στο επόμενο πλάνο (νυχτερινό δρόμου με το ταξί εν κινήσει και με νερά που ξεπλένουν, στο πρώτο πλάνο) ακούγεται η κραυγή μιας γυναίκας (65’). Το πρώτο περιπολικό που βλέπουμε σε όλη την ταινία, με τη σειρήνα του αναμμένη, εμφανίζεται σε αυτό ακριβώς το σημείο, προτού ο Travis κάνει τον πρώτο του φόνο. Το έγκλημα μένει ατιμώρητο και ο Travis συνεχίζει τη ζωή του και την πορεία του προς την απόλυτη παράνοια, την ενασχόληση με τον εαυτό του.
Η επόμενη σκηνή της τηλεόρασης (70’) με το χωρισμό του ζεύγους και την ταύτιση του Travis με τον πληγωμένο σύζυγο και την άκαρδη γυναίκα που τον παρατά, είναι το εφαλτήριο για την αρχή της δράσης και της κάθαρσης.
Όλοι, ακόμα και ο μαστροπός, παίζουν με τα σύμβολα του θανάτου, όπλα, σκοτώματα, αρνήσεις, και η δεύτερη σειρήνα ακούγεται πια όταν μπαίνει με την Iris στο ξενοδοχείο, στο 74’, εκεί που το παιχνίδι έχει κριθεί.
O Bernar Herrmann, ενώ αρχικά είχε αρνηθεί να γράψει τη μουσική της ταινίας, όταν είδε το υλικό αποφάσισε να την κάνει και δεν είχε άδικο, διότι είναι μία από τις καλύτερες στον παγκόσμιο κινηματογράφο και, συμπτωματικά, ήταν και η τελευταία του.

Ο ΤΑΞΙΤΖΗΣ 25 Χρόνια μετά

Ο «Ταξιτζής» τα τελευταία χρόνια είχε πολλά προβλήματα με το αρνητικό του, το οποίο είχε αρχίσει να ξεθωριάζει. Η Columbia Pictures αναπαλαίωσε την κόπια και, έπειτα από την επέμβαση του ίδιου του Scorsese, η βιαιότερη σκηνή της ταινίας και μία από τις πιο βίαιες του κινηματογράφου, διατηρήθηκε στο χρώμα της σέπιας, διότι, όπως πολύ σωστά επισήμανε και ο σκηνοθέτης της, τότε που κατασκευάστηκε, για τους γνωστούς λόγους της λογοκρισίας κρίθηκε πιο κατάλληλο το χρώμα της σέπιας από το καθαρό κόκκινο (που θα έδειχνε όλη την αγριότητα της σκηνής) και είναι μάλλον ανούσιο να το αλλάξουμε σήμερα, αφού η ταινία ανήκει στην εποχή της.
Ανεκδοτολογικά αναφέρω ότι ο Spielberg δήλωσε δημόσια σε εκδήλωση προς τιμή του Martin Scorsese, για το ίδρυμα των δικαιωμάτων των Αμερικανών καλλιτεχνών το Φεβρουάριο του ’96, με πρόφαση την νέα κόπια του Ταξιτζή ότι ένα βράδυ ο Scorsese, τότε, που δεν έλεγχε ακόμα το τελικό cut των ταινιών του, τηλεφώνησε στον Spielberg και του έλεγε θυμωμένα ότι οργανώνει τη δολοφονία του προέδρου της Columbia που ήθελε να του αλλάξει το μοντάζ για να χαρακτηριστεί η ταινία από X σε G.

Πρόκειται για μια αριστουργηματική ταινία, που δεν αρκεί να την έχει παρακολουθήσει κανείς μία φορά. Εάν μάλιστα έχετε να τη δείτε από τότε που πρώτο-παίχτηκε στους κινηματογράφους, έχετε ένα λόγο παραπάνω να την ξαναδείτε, διότι πλέον αφορά στην ελληνική πραγματικότητα (και όχι μόνο) και σήμερα μπορεί να γίνει πλήρως κατανοητή, απολαυστική και διδακτική, όπως οφείλει κάθε μεγάλο έργο τέχνης.

Ενδιαφέροντες δικτυακοί τόποι
www.wynd.org/taxidriver/html
ανάλυση της ταινίας που παίρνει υπ’ όψιν της τις προηγούμενες δουλειές του Martin Scorsese.
http://www.accessone.com/~jc/taxi1.html όλες οι φωτογραφίες που θα θέλατε να δείτε και πολλές ατάκες από την ταινία
http://www.msu.edu/user/svoboda1/taxi_driver/
Δικτυακός τόπος αφιερωμένος εξ ολοκλήρου στην ταινία

Ηλέκτρα Βενάκη
Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό HiTECH, τεύχος 52, Σεπτέμβριος 2000
Διαβάστε περισσότερα ...

HEAT (Α)

HEAT
ΗΠΑ, 1995
2,35:1, Dolby Digital, SDDS
DVD περιοχής 2, με ελληνικούς υπότιτλους από την audiovisual, 2.35:1, Dolby Digital
Warner Bros. Aριθ. καταλόγου: Z6 14192
Σκηνοθεσία: Michael Mann
Σενάριο: Michael Mann
Παραγωγή: Art Linson, Michael Mann
Μουσική: Elliot Goldenthal, Michael Brooks, Brian Eno, Kronos Quartet, Moby, Terje Rypdal
Φωτογραφία: Dante Spinotti
Μοντάζ: Pasquale Buba, William Goldenberg, Doy Hoenig, Tom Rolf
Παίζουν: Al Pacino, Robert De Niro, Val Kilmer, Jon Voight, Tom Sizemore, Diane Venora, Ashley Judd, Mykelti Williamson, Ted Levine


Από την ημέρα που πρωτοείδα την ταινία The Heat στον κινηματογράφο, θυμάμαι ότι με είχε εντυπωσιάσει η κλιμάκωση της αγωνίας και αυτή η υποψία θλίψης που αφήνει, όχι μόνο λόγω του θλιβερού φινάλε της, αλλά συνολικότερα ως αίσθηση. Πώς πετύχαινε αυτή την αίσθηση σε μια ταινία δράσης και μάλιστα με βίαιες σκηνές ανθολογίας; Ερώτημα που γύριζε στο κεφάλι μου για καιρό και συγκεκριμένη απάντηση δεν έβρισκε. Τώρα που βγήκε σε DVD περιοχής 2 με ελληνικούς υπότιτλους, η πρόκληση της ανακάλυψης του μυστικού (που αποκαλύπτεται μόνο έπειτα από πολλαπλή θέαση) ήταν πολύ μεγάλη και οι αντιστάσεις μου μηδαμινές. Ύστερα από άπειρες ώρες προβολής, με την απόλαυση να αυξάνεται με γεωμετρική πρόοδο, τα συμπεράσματα, επιγραμματικά, είναι τα εξής: τo “The Heat” έχει όλα τα καλά μιας ταινίας αναφοράς, έχει εξαιρετικό ήχο, πανέμορφη εικόνα και εκπληκτική κλιμάκωση της πλοκής και της αγωνίας και μπορεί κανείς να τη βλέπει και να την ξαναβλέπει…

Η ΓΡΑΦΗ

Η υπόθεση δεν είναι απλή. Τρεις συνεταίροι, φίλοι από παλιά από ό,τι φαίνεται, κάνουν επαγγελματικές ληστείες. Αρχηγός της συμμορίας είναι ο Neil McCauley (Robert De Niro), ο οποίος φορά πάντα κοστούμι χωρίς γραβάτα, ενώ τους άλλους δύο βασικούς συνεργάτες, τον Chris Shiherlis και τον Michael Cheritto, υποδύονται αντίστοιχα ο Val Kilmer και ο Tom Sizemore. Οι ήρωες μας δεν είναι αλήτες, δεν είναι «φτηνίαρηδες» εγκληματίες, είναι επαγγελματίες με στιλ, που κερδίζουν πολλά λεφτά με τον τρόπο που γνωρίζουν καλύτερα. Αν χρειάζεται να σκοτώσουν, δεν διστάζουν.
Απέναντί τους, ο Vincent Hanna (Al Pacino) του τμήματος ανθρωποκτονιών του ΛΑ, τους παραμονεύει. Δεν ξέρει τι ακριβώς έχει να αντιμετωπίσει, αλλά κυνηγά μεθοδικά το θήραμά του, ζει όπως ζει και αυτό και οι ανατροπές της ταινίας είναι συνεχείς, δίνοντας το προβάδισμα πότε στον ένα και πότε στους άλλους.
Ο Al Pacino είναι σαφώς πιο εξωστρεφής, σε αντίθεση με τον De Niro που είναι εσωστρεφής και μαλακός μέσα στις σκληράδες του. Όλα τα μέλη της συμμορίας λειτουργούν χαμηλότονα, ζουν την καθημερινότητά τους, γίνονται συμπαθή και, όταν σκοτώνουν, ο θεατής θεωρεί αναπόφευκτα ότι αυτό αποτελεί μέρος της δουλειάς τους.
Ο Michael Mann, γνωστός από τις επιτυχημένες του τηλεοπτικές σειρές και από την κινηματογραφική του ταινία “Ο Τελευταίος των Μοϊκανών”, έγραψε ο ίδιος το σενάριο και σκιαγραφεί προσεκτικότατα τις προσωπικότητες και τις καταστάσεις.
Πρόκειται για ταινία δράσης, αγωνίας, με αργό ρυθμό, ολοκάθαρους, ζεστούς ήχους, μερικές πολύ καλές, γρήγορες, εντυπωσιακότατες και χορταστικές σκηνές δράσης. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρώτη φοβερή σκηνή της ληστείας του αυτοκινήτου με τα χρεόγραφα. Όλοι όσοι έχετε δει την ταινία, θα τη θυμόσαστε. Είναι εκπληκτικής σύνθεσης και χορογραφίας, με μια λεπτομέρεια που αξίζει να σημειωθεί. Μόλις οι ήρωές μας χρονομετρούν το σήμα που στέλνεται στην αστυνομία, γνωρίζουν ότι έχουν τρία λεπτά ακριβώς για τη ληστεία και τη διαφυγή τους. Ο σκηνοθέτης σέβεται αυτόν το χρόνο και παίζει μαζί του. Από τη στιγμή που ακούγεται ότι απομένουν τρία λεπτά, περνούν ακριβώς τρία λεπτά της ταινίας (από το 10ο έως το 13ο) μέχρι να βάλουν φωτιά στο ασθενοφόρο με όλα τα ενοχοποιητικά στοιχεία. Τρία λεπτά διηγητικού χρόνου που ταυτίζονται εδώ με τα τρία λεπτά αφηγηματικού χρόνου.
Αν και όλες οι σκηνές με διάλογο είναι απλές σκηνοθετικά, μάλλον δουλεμένες τηλεοπτικά θα λέγαμε, (δηλαδή στο ένα πλάνο βλέπουμε το ένα πρόσωπο, σε άλλο πλάνο το άλλο, σπάνια και τα δύο μαζί) λειτουργούν και λειτουργούν καλά. Οι διάλογοι είναι απολαυστικότατοι και λειτουργικότατοι, με αποκορύφωμα το διάλογο ανάμεσα στους DeNiro και Pacino στο 83’ 50’’, στο καφέ. Σκηνή ανθολογίας.
Συμβολική γραφή συνήθως δίνει το στίγμα της με το λευκό πλάνο του τούνελ που περνά ο DeNiro, όταν νιώσει για πρώτη φορά ελεύθερος. Και έπειτα από αυτό το τόσο απλά συμβολικό πλάνο πεθαίνει. Θυμάμαι, στην κινηματογραφική αίθουσα που την είδα την πρώτη φορά και δεν ήξερα την έκβαση του φινάλε, σε εκείνο ακριβώς το σημείο κατάλαβα ότι ο σεναριογράφος/σκηνοθέτης είχε αποφασίσει να σκοτώσει τελικά τον ήρωά του και γι’ αυτό τον περνούσε από το λευκό τούνελ, τον έλουζε μέσα σε ένα μπλε άσπρο φως, με τη μουσική να τον συνοδεύει, να υπαινίσσεται και να γεννά συναισθήματα.


Ο ΗΧΟΣ ΚΑΙ Η ΜΟΥΣΙΚΗ

Είναι εντυπωσιακό αν σκεφτεί κανείς ότι αυτή η ταινία περιέχει μόνο τέσσερις σκηνές δράσης και άπειρες σκηνές αγωνίας. Μάλιστα η δεύτερη δυναμική σκηνή της ταινίας έρχεται στο 45ο λεπτό, ενώ η πρώτη έχει τελειώσει στο 13ο και όμως η αγωνία υφαίνεται λεπτό με το λεπτό. Η κορύφωση έρχεται με το ρυθμό, την ύφανση της πλοκής και το συντονισμό στοιχείων της διήγησης. Πώς πέτυχε ο σκηνοθέτης αυτό το τόσο τρυφερά βίαιο αποτέλεσμα; Μα, με τον ήχο. Το μεγαλύτερο κομμάτι αυτής της αίσθησης οφείλεται στην ιδιαίτερα προσεγμένη χρήση της ηχητικής μπάντας.
Ο ήχος σε αυτή την ταινία δε έχει αφηγηματικό χαρακτήρα, δεν φέρει δηλαδή στοιχεία της αφήγησης. Δεν υπάρχουν σημαντικοί ήχοι εκτός πεδίου, που να περνούν αριστερά, δεξιά ή πίσω και να καθορίζουν σημεία της πλοκής. Ο ήχος λειτουργεί ρυθμικά και μόνον, προσδίδοντας αυτήν τη χαρακτηριστική άργητα και μια αίσθηση θανάτου στις σκηνές. Ποτέ ένας ήχος ή μια ατμόσφαιρα δεν βρωμίζουν μια σκηνή, ποτέ δεν «καβαλούν» στην επόμενη. Γεννιούνται, αναπτύσσονται και πεθαίνουν μέσα στο πλάνο που τους έχει ανάγκη. Στην πρώτη ενότητα, όταν ο DeNiro διασχίζει το νοσοκομείο για να κλέψει το φορτηγάκι, μπορεί εύκολα να παρατηρήσει κανείς τους μικρούς ευδιάκριτους ήχους που συνοδεύουν τα πλάνα που αυτός βλέπει, ήχοι που σταματούν με ρυθμική ακρίβεια στα πλάνα που ο ίδιος ο DeNiro περπατά στους διαδρόμους. Στην τρίτη ενότητα πάλι όταν ο Val Kilmer είναι στο φορτηγό και περιμένει τη στιγμή για να ξεκινήσει για τη ληστεία, το ραδιόφωνο του φορτηγού παίζει κάτι άσχετο και λερώνει την καθαρότητα της μουσικής που φορτίζει την εικόνα, δημιουργεί σύγχυση στο θεατή και στον ήρωα, γι’ αυτό και αυτός, ελάχιστα δευτερόλεπτα μετά την έναρξη του πλάνου, το σταματά. Η μουσική πανταχού παρούσα, πάντα χαμηλά όμως, αποτελεί το βασικότερο στοιχείο της ταινίας. Το The Heat περιέχει δύο, τρία μουσικά εκπληκτικά θέματα, που επανέρχονται στη διάρκεια της αφήγησης και πάμπολλες άλλες μικρές μουσικές παρεμβάσεις. Λειτουργεί συναισθηματικά και η χρήση της μέσα/έξω από το surround είναι ιδιαίτερα μελετημένη.
Στη σκηνή του θανάτου της ανήλικης πόρνης (19η ενότητα, 57’) ξεκινά στα μπροστινά ηχεία, απλώνει στο surround, δυναμώνει και κορυφώνεται όταν ο Hanna κρατά στην αγκαλιά του την απελπισμένη μητέρα, ορίζοντας το μέτρο της συγκίνησης των ηρώων και κατ’ επέκταση των θεατών και ξαναμαζεύεται, χωρίς να σβήνει, στο πλάνο που ο Hanna επιστρέφει στο εστιατόριο και βρίσκει μόνη της τη γυναίκα του. Ένα άλλο παράδειγμα εξαιρετικής φινέτσας στη χρήση της μουσικής βρίσκεται στην πρώτη συνάντηση του DeNiro με την αγαπημένη του, όταν αυτή τον ρωτά αν νιώθει μόνος (9η ενότητα, 27’ 40’’). Έως εκείνη τη στιγμή, μια λυρική μουσική συνοδεύει τη συνάντησή τους, η οποία διακόπτεται στιγμιαία όταν η Eady τον ρωτά αν νιώθει μοναξιά. Ο De Niro μπαίνει στο πετσί του σκληρού του ρόλου, αποστασιοποιείται, χαϊδεύει το πηγούνι του, η μουσική δεν έχει πλέον ρόλο ύπαρξης και σταματά. Ο De Niro λεει το γνωστό κλισέ «Είμαι μοναχικός, δεν νιώθω μόνος» και ο σκηνοθέτης δεν του χαρίζεται. Του αφαιρεί την υποστήριξη της μουσικής και αυτό που λέει πέφτει στο κενό, δεν συγκινεί κανέναν. Μόλις όμως η Eady, πιο ειλικρινής με τον εαυτό της, του ανταπαντά ότι νιώθει μοναξιά, η λυρική μουσική ξαναρχίζει και συνοδεύει τη σκηνή ως το τέλος της. Εκπληκτική είναι και η χρήση της στη σκηνή του αποχωρισμού του Val Kilmer από τη γυναίκα του (ενότητα 41, 131’25’’). Το μουσικό τους θέμα που ακούγεται τρεις φορές όλες και όλες μέσα στην ταινία, το θέμα του χωρισμού, ή θέμα της Charlene όπως μπορεί κανείς να το ορίσει, σε αυτήν τη σκηνή λειτουργεί μαγικά. Τελειώνει δε μέσα στο πλάνο του Val Kilmer μέσα στο αυτοκίνητο, αφήνοντας για έναν ελάχιστο χρόνο το πλάνο άδειο, μετατρέποντάς το σε νεκρό πλάνο, σε πλάνο μνήμης. To ίδιο έχει συμβεί και στη σκηνή του DeNiro με την Eady, που μόλις αναφέραμε. Όταν ο DeNiro την κοιτά το πρωί να κοιμάται και φεύγει, η μουσική τον αφήνει για λίγο στο τέλος μόνο, και αυτή η αίσθηση της ακίνητης στο χρόνο εικόνας γεννά υπόγεια, υπαινικτικά και μαγικά αυτήν τη γλυκιά αίσθηση του θανάτου.

ΟΙ ΓΥΝΑΙΚΕΣ

Η ταινία αναλώνει πολύ χρόνο στο να υφάνει τον ιστό των συναισθημάτων των ηρώων. Ασχολείται σε μεγάλες σκηνές με την προσωπική τους ζωή και οι ερωτικές τους ιστορίες αποτελούν μεγάλο μέρος της αφήγησης. Οι γυναίκες είναι παρούσες, καθορίζουν το ψυχικό background των ηρώων και παίζουν σημαντικό ρόλο στην πλοκή. Μερικά από τα βασικά μουσικά θέματα που ακούγονται θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι τα θέματα των γυναικών. Μόνο όσο είναι αυτές στο κάδρο ακούγονται, σαν να περιγράφουν περισσότερο τα δικά τους συναισθήματα.
Στις τελευταίες σκηνές και οι έξι ήρωες χωρίζουν με κάποιον τρόπο από τις γυναίκες τους. Οι τρεις λιγότερο ανεπτυγμένοι χαρακτήρες πεθαίνουν βίαια και με αυτό τον τρόπο αποχωρίζονται από τη σύντροφό τους. Οι άλλοι τρεις χωρίζουν με τον τρόπο που έζησαν. Ο Al Pacino χωρίζει από τον τρίτο του γάμο, κυνηγώντας το είδωλό του στον καθρέφτη, τον εγκληματία Neil McCauley. Ο Neil McCauley πεθαίνει από το όπλο του κυνηγού του Vincent Hanna, αφού έχει ζήσει ένα μεγάλο έρωτα. Αν και πίστευε ότι «δεν πρέπει να δένεσαι συναισθηματικά με τίποτε που δεν μπορείς να αφήσεις μέσα σε 30 δευτερόλεπτα, αν οι συνθήκες το απαιτούν» –και πράγματι αυτό κάνει με την αγαπημένη του– δεν το κάνει με αυτόν που έχει δεθεί συναισθηματικά, μέσα από ένα άλλο ισχυρότατο συναίσθημα: το μίσος. Ο μόνος που φαίνεται ότι θα ζήσει με κάποια ελπίδα επαναφοράς της ζωής του σε μια κανονικότητα είναι ο Chris, ο οποίος πράγματι αφήνει τη γυναίκα του σε λιγότερο από 30 δευτερόλεπτα. Το μπλε πλάνο με τη μουσική που τον συνοδεύει σε αυτό το τελευταίο πλάνο του στην ταινία, στο 133’, με αυτήν τη μουσική που τελειώνει λίγο πριν από την ανάσα του, μας δίνει ελπίδες.
Το The Heat είναι μια από τις εντυπωσιακότερες και ομορφότερες συνθέσεις που έχουμε δει τα τελευταία χρόνια και το DVD που κυκλοφορεί προσφέρει μια από τις καλύτερες μεταφορές στο νέο μέσο. Αν και δεν θα βρείτε καθόλου έξτρα πληροφορίες, μόνο επιλογή υποτίτλων και ενοτήτων, γεγονός που μάλλον δικαιολογείται από το μεγάλο μήκος της ταινίας συνολικής διάρκειας 164 λεπτών, η αγορά του θα σας αποζημιώσει με το παραπάνω.


Ηλέκτρα Βενάκη
Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό HiTECH, τεύχος 48, Απρίλιος 2000
Διαβάστε περισσότερα ...

Ο ΤΙΓΡΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΡΑΚΟΣ (Α)

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό HiTECH, τεύχος 62, Ιούλιος 2001

Crouching Tiger, Hidden Dragon
2.35:1, Dolby Digital 5.1, έγχρωµο, Διάρκεια: 120 λεπτά
Παραγωγή: Ang Lee, William Kong, Li-Kong Hsy
Σκηνοθεσία: Ang Lee
Σενάριο: Du Lu Wang, Hui-Ling Wang, James Schamus,
Φωτογραφία: Peter Pau
Μοντάζ: Tim Squyres
Μουσική: Tan Dun, Yo-Yo Ma σόλο τσέλο
Καλλιτεχνική Διεύθυνση: Timmy Yip
Παίζουν: Yun-Fat Chow, Michelle Yeoh, Chen Chang, Zizy Zhang, Pei-pei Cheng
DVD, περιοχής 2, αναµορφικό 2.35:1, Dolby Digital 5.1 στα κινεζικά και στα αγγλικά, υπότιτλοι: αγγλικά, πολωνικά, τσεχικά, ουγγρικά, τουρκικά, εßραϊκά, ßουλγαρικά, ελληνικά, αραßικά, πορτογαλικά Πρόσθετες Παροχές: Συνέντευξη της Michelle Yeoh, ντοκιµαντέρ µε συνεντεύξεις συντελεστών και σκηνές από τα γυρίσµατα, τρέιλερ, φωτογραφίες, ηχητικό σχόλιο του σκηνοθέτη

O ΤΙΓΡΗΣ ΚΑΙ Ο ΔΡΑΚΟΣ

Δεν ξέρω αν θυμάστε την πρώτη αίσθηση που είχαμε ως Έλληνες θεατές, όταν αυτή η ταινία βγήκε στις αίθουσες. Μια ταινία για τις πολεμικές τέχνες! “Όπως αυτές του Μπρους Λι ή του Τσάκι Τσαν;” αναρωτήθηκαν πολλοί. “Τι να δούμε εκεί; Ανθρώπους να κονταροχτυπιούνται µε τις ώρες; Βαρετό θα είναι µάλλον”...
Και όμως πρόκειται για µία από τις πιο πολυßραßευµένες οσκαρικά ξενόγλωσσες ταινίες στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου, παίζεται µμήνες στις αίθουσες, αυτές γεμίζουν και οι θεατές βγαίνουν γεμάτοι έντονα συναισθήματα...

Η ταινία “Ο Τίγρης και ο Δράκος” κυκλοφορεί ήδη σε DVD περιοχής 2 και η αγορά του είναι µάλλον υποχρεωτική. Μόνο η ιδιωτική προβολή της επιτρέπει να λειτουργήσει η συγκίνηση που προτείνει, η οποία γίνεται κατανοητή και αποδεκτή μετά τη δεύτερη θέαση. Η πρώτη προβολή, η οποία παρουσιάζει καταστάσεις, προκαλεί συγκινήσεις και συναισθήματα άγνωστα σε εμάς τους δυτικούς, ξενίζει και µόνο η αποδοχή µιας άλλης κουλτούρας μάς επιτρέπει να βγούμε από την αμηχανία και να αφεθούμε σε μια αλλού τύπου απόλαυση: αυτήν του Τίγρη και του Δράκου.
Την είδα την πρώτη εßδοµάδα της κυκλοφορίας της, σε µια κατάµεστη αίθουσα µε το κοινό εν δράσει. Γέλια στις επίμαχες σκηνές και ηλίθιες απορίες διάσπαρτες πάνω στα καλύτερα σηµεία της δράσης. Οι άνθρωποι πετούν µέσα στο φιλµικό περιßάλλον και οι Έλληνες θεατές δεν είναι συνηθισμένοι στα θαύματα... Η κυκλοφορία του DVD επέτρεψε να γίνει αυτή η περιβόητη ώσμωση ανάμεσα στο θεατή και το έργο· ένα έργο που από όπου και να το κοιτάξεις δέος σου προκαλεί. Αυστηρό µε την έννοια του στοχοπροσηλωμένου στη λιτότητα της γραφής, απελευθερώνει το συναίσθημα, σαν μοναχός που μέσα από την άσκηση και την πειθαρχία ξαναβρίσκει το νόημα...

ΤΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Κινηματογραφικός χαµαιλέων ο Ang Lee, όπως συνηθίζουν να τον αποκαλούν οι κριτικοί, σε επτά µόλις ταινίες έχει ασχοληθεί µε πολλά και ποικίλα κινηματογραφικά είδη.
Από το “Γαµήλιο Γεύµα” έως τη “Λογική και Ευαισθησία”, υπάρχει πολύς δρόμος για να διανυθεί και ο Lee τον διένυσε. Έπειτα από ένα σερί τριών ταινιών στο Χόλιγουντ, στις οποίες οι ηθοποιοί μιλούν αγγλικά, αποφασίζει να κάνει γυρίσματα στην Κίνα, η πρωτότυπη εκδοχή της ταινίας είναι στα κινεζικά και το θέµα βασίζεται σε ένα βιβλίο του διάσημου στην Ταϊλάνδη, συγγραφέα Wang Du Lu, γραμμένο στις αρχές του 20ού αιώνα.
Αν και ο βασικός σεναριογράφος δεν μπόρεσε να διαβάσει ποτέ τη νουβέλα, διότι δεν γνωρίζει κινεζικά και αυτή δεν έχει µμεταφραστεί στα αγγλικά, η ομάδα του σεναρίου κατάφερε να δημιουργήσει µια πολύπλοκη σύνθεση, η οποία δικαίως διεκδίκησε µια υποψηφιότητα στην κατηγορία της στα Όσκαρ.
Τι πραγματεύεται η ταινία; Τον έρωτα, µε δύο γυναίκες στους πρωταγωνιστικούς ρόλους και δύο άνδρες δίπλα τους. Ανάμεσα τους, κάποιες σκηνές µάχης και µία κλοπή. Αυτό είναι όλο. Συνήθως οι πολεμικές τέχνες χαρακτηρίζουν ταινίες B-movies, ενώ εδώ έχουμε ένα έργο υψηλής αισθητικής,
που καταφέρνει να συνδυάζει την παράδοση της Ανατολής για τις πολεμικές τέχνες µε το δράμα και την εξέλιξη των χαρακτήρων, καθώς επίσης και µε τις χολιγουντιανές προδιαγραφές του κινηματογράφου-διασκέδασης. Όπως συνηθίζεται, σε αυτές τις ταινίες οι γυναίκες κρατούν παθητικούς και σαφέστατα δεύτερους ρόλους, εδώ όμως είναι οι πρωταγωνίστριες, αυτές οδηγούν την ιστορία.
Οι δύο γυναίκες, οι βασικές µας ηρωίδες, ανοίγουν την ενότητα των σκηνών μάχης σε μια εκπληκτική χορογραφία που αφήνει άφωνο το θεατή. Όλες κι όλες οι σκηνές αυτές είναι έξι, η καθεμία µε τη δική της γραφή, το δικό της ύφος και τη δική της γοητεία. Ο Lee έδωσε διαφορετικό ρυθμό σε κάθε σκηνή, διαφορετικά όπλα, διαφορετική χορογραφία, διαφορετική σκηνοθεσία, διαφορετική αντίληψη. Και είναι όλες τους μαγικές. Σκηνές που ανεβάζουν την αδρεναλίνη, σκηνές που λειτουργούν δραματικά, σκηνές ερωτικές, µμεγάλης ποίησης και συγκίνησης. Οι χορογραφίες µαχών παραπέμπουν µάλλον στη δομή του μιούζικαλ, σκηνές που αναπτύσσονται µόνο για την απόλαυση που παρέχουν, ενώ η δραματουργική τους σημασία μπορεί να περιοριστεί σε ελάχιστα αφηγηματικά δευτερόλεπτα.
Χορογράφος σε αυτή την ταινία και σκηνοθέτης των σκηνών αυτών, ο διάσημος πλέον και στο δυτικό κόσμο Yuen Wo-Ping, ο χορογράφος του Matrix και πολλών, φυσικά, άλλων ταινιών στην Ασία, οι οποίες δεν έφτασαν ίσως ποτέ στη χώρα µας ή, αν έφτασαν, θα ήταν μέσα από μικρό κύκλωμα διανομής.

ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ

Η φωτογραφία της ταινίας, που τιµήθηκε µε το ανάλογο Όσκαρ, είναι εξαιρετική. Χρησιμοποίησαν φιλµ χαμηλού κοντράστ µε φιλµ 35 Super, που σημαίνει ότι θα είχαν επιπλέον απώλειες από το Blow up και κράτησαν τα κοντράστα στους ανάμεσα τόνους, χωρίς να πάνε στα άκρα. Το ζητούμενο ήταν να παραπέμπει η εικόνα στις υδατογραφίες της αρχαίας Κίνας, που αφήνουν την αίσθηση του κάτι ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το φανταστικό. Ο ρεαλισμός, έχει πει πολλές φορές ο Lee, ήταν αναγκαίος για να κρατήσει το ενδιαφέρον του θεατή, ενώ το φαντασιακό –σπρωγµένο στα όρια, είναι αλήθεια– για να συγκινήσει και να αφήσει την ευαισθησία ελεύθερη. Γι’ αυτόν το σκοπό µείωσαν τα κοντράστα, άφησαν µόνο τους ενδιαμέσους τόνους, αφαίρεσαν σχεδόν από παντού το µπλε, προσανατολιζόμενοι προς την κυριαρχία του ενός τόνου, η οποία αυξάνεται όσο προχωρά η ταινία όπου το φανταστικό κερδίζει το ρεαλιστικό.
Το κάδρο της ταινίας είχε οριστεί στην αρχή να είναι το 1.66:1 ή ακόµα και 1.33:1, διότι οι σκηνές των µαχών έχουν ανάγκη από ανάπτυξη σε ύψος και αυτή η αναλογία πλευρών θα ßόλευε. Επειδή όμως στην Ασία (όπως και στην Ελλάδα εξάλλου) οι περισσότεροι κινηµατογράφοι δεν ßγάζουν τη µάσκα του 1.85:1., υπήρχε ο κίνδυνος η ταινία να προßαλλόταν στο µεγαλύτερο ποσοστό της κοµµένη. Έτσι, αφού οι επιλογές ήταν περιορισµένες προς το µακρόστενο φορµά, αποφάσισαν να την τραßήξουν στο 2.35:1, όπου τα τοπία θα αποδίδονταν καλύτερα. Τώρα, είχαν να συνθέσουν τις σκηνές διαγώνια στο κάδρο. Τα καρέ της ταινίας στις σκηνές των µαχών είναι σαφώς πειραγµένα –φαίνεται διά γυµνού οφθαλµού–, αλλά όχι πολύ. Όπως δηλώνουν ο σκηνοθέτης και ο διευθυντής φωτογραφίας σε συνεντεύξεις τους, δεν κατέßηκαν ποτέ κάτω από τα 20 καρέ/δευτερόλεπτο. Αυτή η µικρή επιτάχυνση κρύßει ατέλειες των κινήσεων µε τα σχοινιά, χωρίς να αλλοιώνει την αληθοφάνεια της κίνησης. Σηµειωτέον ότι ελάχιστα πράγµατα έγιναν ψηφιακά και τα περισσότερα πλάνα δράσης είναι αυτά του γυρίσµατος.
Η τελειότητα της γραφής, η αυστηρότητα της κίνησης σε όλα τα άλλα πλάνα, η σχεδόν ακινησία, η χρήση του fade, του dissolve και των cut είναι έξοχα µελετηµένες. Η κλιµάκωση των πλάνων, παραδείγµατος χάρη, από µεσαία σε κοντινά στη σκηνή της αντιπαράθεσης της µικρής Τζεν µε το δάσκαλό της Λι Μου Μπάι, είναι εκπληκτικής οµορφιάς. Η κάµερα πλησιάζει το θέµα της προοδευτικά, δηµιουργώντας την ανάλογη συγκίνηση. Ο ήχος του σπαθιού είναι πρωταγωνιστής, η µουσική που συνοδεύει όλες αυτές τις εικόνες και δίνει νόηµα στο συναίσθηµα που ξεπηδά από μέσα τους διακρίνεται για την εξαιρετική λιτότητα, τη διακριτικότητα και τη δύναµή της παράλληλα. Όπως ακριßώς και οι ήρωες. Στήνονται στο κάδρο ακίνητοι, ενώ εκφράζουν τα πάντα µέσα από αποχρώσεις της έκφρασης. Ένα ßλέµµα, µια ρυτίδα που κουνιέται, µια µικρή κίνηση, µέχρι να έλθει η στιγµή της αντιπαράθεσης στη µάχη και να εκφραστούν τα σώµατα. Σώµατα που πετούν, που αντιδρούν ταχύτατα, σε σηµείο που το µάτι να µην τα ßλέπει, αλλά να τα αισθάνεται µέσα από τους ήχους των ρούχων (ßλέπε παράδειγµα στο 45ο λεπτό).
Ίσως στις αίθουσες να ακούστηκαν στην αρχή κάτι γελάκια, µάλλον αµηχανίας, τώρα που το σκέφτοµαι, διότι η φαντασία θέλει τόλµη και πρέπει να φτάνει στην υπερßολή για να µας ßγάλει από τον εαυτό µας, να ξεπεράσουµε τις λογικές που ισχύουν στο κεφάλι µας και να ξαναπροσδιοριστούµε, όπως πολύ σοφά λέγεται µέσα στην ταινία. Και “Ο Τίγρης και ο Δράκος” το πετυχαίνει. Δεν προκαλείται τυχαία τόση συγκίνηση σε ένα τόσο πλατύ κοινό, από µια ταινία στιλ κουνγκ φου.

Ηλέκτρα Βενάκη
Διαβάστε περισσότερα ...