2 Φεβ 2008

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ALAN SMITHEE και ΠΟΥ ΠΗΓΕ Η κ. ROBINSON;

Σας λείπει η κομένη εκδοχή 4:3 στα ευρωπαικά DVD; Θεωρείτε ότι είναι φτωχά και φθηνά;
Μήπως τα φαινόμενα απατούν;

Πολλές φορές μας απασχολούν ερωτήματα με τα οποία δεν ασχολούμαστε διεξοδικά, τα αφήνουμε να υπάρχουν στο πίσω μέρος του μυαλού μας, δίνουμε τυχάρπαστες απαντήσεις όταν και εφόσον ερωτηθούμε, αλλάζοντάς τες μάλιστα, ανάλογα με τις νέες πληροφορίες που κατά καιρούς φθάνουν στα αυτιά μας, και κάποια στιγμή μαζεύονται τόσες πολλές που η σωστή απάντηση στα ερωτήματα αυτά, βρίσκεται μπροστά μας χωρίς να το καταλάβουμε καλά καλά. Καταλαβαίνετε τι εννοώ.
Ένα πρώτο ερώτημα που έχει μείνει βασικά αναπάντητο εδώ και καιρό, είναι το γιατί τα ευρωπαϊκά DVD προσφέρουν μόνο την πρωτότυπη εκδοχή της ταινίας και όχι την κομμένη pan&scan. Την απάντηση τη γνωρίζαμε εδώ και καιρό αλλά από μόνη της δεν συνιστούσε ενότητα παρατηρήσεων ώστε να γίνει ολόκληρο άρθρο. Ένα δεύτερο ερώτημα γεννήθηκε με την ανακάλυψη του σκιερού αμερικανού σκηνοθέτη Alan Smithee, που έχει υπογράψει εδώ και 20 χρόνια αρκετές τηλεοπτικές κυρίως εκδοχές γνωστών ταινιών. Όλα αυτά, έδεσαν με την έντονη παρουσία στο Inernet του Artists Rights Foundation, αμερικανικού οργανισμού μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, με σκοπό και δράση τη προστασία των πνευματικών δικαιωμάτων των κινηματογραφιστών στην Αμερική. Επιπλέον, εδώ και καιρό παρακολουθούμε την αύξηση των αμερικανικών DVD με τον τίτλο “Director’s cut” και η έκπληξή μας, ως ευρωπαίοι πολίτες, παραμένει μεγάλη, διότι, ποιανού άλλου μπορεί να είναι το cut;
Όλα αυτά, σιγά σιγά βρίσκουν την ερμηνεία τους και τοποθετούνται στη σωστή θέση του πάζλ. Μερικά, μπορούμε να τα εξηγήσουμε από τώρα.
Ένας Eυρωπαίος που σέβεται τον εαυτό του και τη δημοκρατική του παράδοση, θα σεβαστεί και τα πνευματικά δικαιώματα του δημιουργού, πολύ παλιά υπόθεση για τη γηραιά Ευρώπη, αφού η συνθήκη της Βέρνης ισχύει κοντά έναν αιώνα. Στην Αμερική ψηφίστηκε πρόσφατα και ακόμα και σήμερα οι σκηνοθέτες/ δημιουργοί συναντούν τεράστια προβλήματα μέσα στη χώρα τους. Στη Ευρώπη, λοιπόν δεν μπορεί να βγει μια ταινία κομμένη σε Pan & Scan ή μικρότερη σε μήκος, χωρίς την έγγραφη άδεια του δημιουργού, ανεξάρτητα από τα δικαιώματα του copyright που μπορούν να ανήκουν ολόκληρα στον παραγωγό. Από τη συνθήκη της Βέρνης και μόνο, ο πνευματικός δημιουργός έχει αναφαίρετα πνευματικά δικαιώματα, τα οποία δεν μεταβιβάζονται, ότι κι αν έχει υπογράψει. Ετσι, μπορεί η εταιρεία σκηνοθετών μιας ευρωπαϊκής χώρας να γίνει ο μεσολαβητής και μηνυτής σε ένα τηλεοπτικό κανάλι ή σε μια εταιρεία παραγωγής και διανομής κινηματογραφικού προϊόντος αν το έργο παραποιηθεί. Αυτό ακριβώς συνέβηκε με την ταινία του Sidney Pollack «Οι τρεις μέρες του Κόνδορα», ταινία που είχε γυριστεί το ’75 σε Cinemascope, δηλαδή εικόνα με λόγο πλευρών 1:2,35 και παίχτηκε στην δανέζικη τηλεόραση, το ‘91σε 4:3. Δηλαδή σε 1:1,33. Σε αυτή την εκδοχή την είχε πουλήσει η αμερικανική εταιρεία διανομής. Τα πράγματα όμως δεν έμειναν εκεί. Οι δανοί σκηνοθέτες, έχοντας το νόμιμο δικαίωμα της δίωξης για παραποίηση καλλιτεχνικού έργου (βλέπετε είναι Ευρωπαίοι), μήνυσαν το κανάλι και την εταιρεία, κέρδισαν τη δίκη και ο Pollack δεν πίστευε στα μάτια του, διότι μέσα στη δική του χώρα δεν μπορεί να κάνει τίποτε. Εξάλλου , γι’ αυτό το λόγο ιδρύθηκε και ο οργανισμός. Πέρα από αυτό, πολλοί αμερικανοί σκηνοθέτες δεν έχουν δικαίωμα να πουν «όχι» αν μια ταινία τους κόβεται σε μήκος για να χωρέσει στο τηλεοπτικό πρόγραμμα ή σε μονής επίστρωσης DVD, αν αυτό είναι αμερικάνικο. Ετσι δημιουργήθηκε ο φοβερός Alan Smithee ο οποίος αποτελεί τον αναγραμματισμό του The Alias men. Ο Alan Smithee είναι φανταστικό πρόσωπο που εφηύραν οι αμερικανοί σκηνοθέτες για να διαχωρίσουν τη θέση τους από τις εκδοχές των ταινιών τους που έχουν παραποιηθεί από τους παραγωγούς. Όταν η παραγωγή επεμβαίνει στο τελικό cut μιας ταινίας και κυρίως στο φινάλε, κάτι που συμβαίνει συχνά, ο σκηνοθέτης έχει δικαίωμα να προσθέτει στους τίτλους το όνομα Alan Smithee, κοινότοπο και σπάνιο συγχρόνως, με τα δύο ee στο τέλος, διαχωρίζοντας έτσι τη θέση του, μιας και τα πνευματικά δικαιώματα του δεν είναι κατοχυρωμένα. Πρωτεργάτες της κίνησης περι πνευματικών δικαιωμάτων είναι ο Scoesese, Spielberg, Lucas, Pollak, Waren Beaty, Oliver Stone και πολλοί άλλοι γνωστοί σκηνοθέτες και ηθοποιοί, οι οποίοι έχουν έντονη ενεργό δράση, που, απ’ ότι φαίνεται, δίνει καρπούς.
Δεν είναι λοιπόν πιο φτωχά τα ευρωπαϊκά DVD απλώς σέβονται (μπορούν να κάνουν κι αλλιώς;) τη κινηματογραφική γραφή του σκηνοθέτη. Βέβαια, στην Ελλάδα αυτά είναι μάλλον ψηλά γράμματα. Φαντάζεστε να μάθαινε ο Scorsese τι μεταδίδουν τα ιδιωτικά κανάλια ή πως κυκλοφορούσαν οι ταινίες του σε βιντεοκασέτες; Ευτυχώς είμαστε μια μικρή χώρα με μια σπάνια γλώσσα και πολλοί αμερικανοί θεωρούν ότι δεν ανήκουμε καν στην Ευρώπη. Ίσως να έχουν και κάποιο δίκιο αν σκεφθεί κανείς ότι οι περισσότερες κινηματογραφικές μας αίθουσες παίζουν τις ταινίες στο αμερικανικό φορμά 1, 85:1, χωρίς να σέβονται το ευρωπαίοι φορμά 1, 66:1, στο οποίο είναι τραβηγμένες όλες οι ελληνικές ταινίες και κανένας ελληνικός κινηματογραφικός φορέας δεν αντιδρά. Έχω μια υποψία ότι οι περισσότεροι έλληνες σκηνοθέτες δεν γνωρίζουν αυτές τις «μικρολεπτομέρειες» της εικόνας. Ίσως να είμαι άδικη.
Τελειώνοντας, για να μην μείνουν απορίες θα πρέπει να απαντήσω στην ερώτηση «Ποια είναι η κ. Robinson;». Στην κινηματογραφική εκδοχή είναι η κυρία που παρασύρει σε ερωτικές περιπέτειες τον Πρωτάρη Dastin Hofman. Στην pan&scan εκδοχή δεν νομίζω ότι μπορείτε να την δείτε. Θα δείτε κομμάτια του σώματος της, και σε κάποια άλλα σημεία μπορεί, ίσως, και να την δείτε ολόκληρη. Αυτό είναι το «μότο» της οργάνωσης για τα πνευματικά δικαιώματα των αμερικανών κινηματογραφιστών και αν επισκεφθείτε τον φοβερά ενδιαφέροντα δικτυακό τους τόπο, www.artistsrights.org θα δείτε με τα μάτια σας αυτό που δεν θα δείτε ποτέ στη κομμένη εκδοχή του 4:3 και θα καταλάβετε τι χάνετε.


Ηλέκτρα Βενάκη, 2001

Διαβάστε περισσότερα ...
ΜΟΝΟΜΑΧΟΣ ΕΝΑΝΤΙΟΝ JAMES BOND

Ακούω, ακούμε όλοι μας, όλο και πιο συχνά τώρα τελευταία, κουβέντες διάσπαρτες για τις νέες αμερικάνικες υπερπαραγωγές. Κάποιες εκφράσεις που επανέρχονται ανώδυνα, με ευκολία, στο λεξιλόγιο των εν ενεργεία θεατών κινηματογραφικών ταινιών, μοιάζουν περισσότερο με οξύμωρο σχήμα παρά με φράσεις μεστές νοήματος.
Μιλώ με κύριο παράδειγμα στο μυαλό μου τις δύο ιστορικές ταινίες που κατέκλυσαν τις αίθουσες στα τέλη του καλοκαιριού. Τον Μονομάχο και τον Πατριώτη, μη ξεχνώντας όμως και την εξάπλωση της Καταιγίδας.
Ο κύριος όγκος των συζητήσεων γι’ αυτές τις ταινίες περιστρέφεται γύρω από την «αλήθεια» της ιστορίας, πόσο πιστοί στα πραγματικά γεγονότα έμειναν ο σεναριογράφος και ο σκηνοθέτης, αν αφαίρεσαν ή πρόσθεσαν ένα στοιχείο ξένο προς την ιστορική στιγμή, αν βεβήλωσαν καταστάσεις ή πρόσωπα, ενώ, παράλληλα, το δεύτερο σκέλος των συζητήσεων αφορά στην αποτελεσματικότητα των εφέ. Πόσο καλά το ψεύτικο αντικαθιστά το πραγματικό, πόσο τοις εκατό κατασκευασμένη εικόνα υπάρχει μέσα στην ταινία, πόση τεχνολογία δημιουργεί μια καλλιτεχνική εικόνα. Από τη μια, δηλαδή, γινόμαστε θερμοί υποστηρικτές της ιστορικής αλήθειας ενώ, παράλληλα, γινόμαστε θερμότατοι υποστηρικτές της ψεύτικης κατασκευής. Αυτά τα δύο στοιχεία χαρακτηρίζουν, λίγο ως πολύ, τη σημερινή κριτική ματιά του έλληνα θεατή. Στο καντάρι πλέον μπαίνει το πόσο επί τοις εκατό της ταινίας είναι αλήθεια ή ψέμα. Πόσο κατασκευή (στη φόρμα) πόσο αλήθεια (στο περιεχόμενο). Και απ’ ότι φαίνεται το 70%-30% είναι μια πετυχημένη αναλογία.
Αντίθετα, η θεματική των ταινιών αυτών απασχολεί λίγους έως ελάχιστους. Το τι πραγματεύεται και τι προτείνει η ταινία είναι δευτερεύον έως ανούσιο ζήτημα. Κι όμως όλες αυτές οι αμερικάνικες ταινίες, παρά τις διαφορές τους, τόσο στη κατασκευή όσο και στη καλλιτεχνική τους πρόταση (επί τοις εκατό, πάντα αναφέρομαι), έχουν ένα κοινό στοιχείο, εντυπωσιακά πανομοιότυπο, το οποίο μας δίνει σαφέστατα δείγματα της αμερικάνικης ηθικής του σήμερα και είναι άξιο μεγαλύτερης προσοχής. Αυτές οι ταινίες προτείνουν ένα νέο ανδρικό πρότυπο σε αντικατάσταση αυτού, της προηγούμενης δεκαετίας, εικοσαετίας, του αρρενωπού James Bond.
Ο Μονομάχος και ο Πατριώτης, αποτελούν απ’ ότι φαίνεται τη νέα πρόταση για το μοντέλο του άνδρα της εποχής μας. Παραμένει μόνος, όπως και ο James Bond, αλλά είναι πια οικογενειάρχης. Αγαπά την οικογένεια του, αγαπά πολύ την γυναίκα του (γυναίκα όμως δεν υπάρχει, άρα η γυναίκα είναι ιδέα, δεν ενοχλεί τη ζωή τους), είναι πιστός, δεν φλερτάρει, ούτε ζει επικίνδυνα. Αποκαλύπτει κομμάτια του ψυχικού του κόσμου, και κρύβει ένα μεγάλο προσωπικό τραύμα. Δεν ασχολείται με τα κοινά, αλλά όταν απειληθεί η οικογενειακή του μικροευτυχία αντιδρά. Το νέο στοιχείο που γίνεται σαφές σε αυτές τις δύο ταινίες είναι ότι τόσο στον Πατριώτη, όσο και στον Μονομάχο, η εκδίκηση έρχεται ως η ύψιστη νέα αρετή για τους άνδρες του σήμερα. Ο νέος ήρωας σώζει τον κόσμο μέσω της εκδίκησης, ως μοναχικής αξίας, όπου το σύνολο της κοινωνικής ζωής μετράται και ερμηνεύεται με βάση τη προσωπική του εμπειρία.
Και στους δύο ήρωες κάποιος σκότωσε κάποιο αγαπημένο του πρόσωπο, γεγονός που τους έβγαλε από την ειρηνική (ακόμα και σε περίοδο πολέμου), αποτραβηγμένη τους ζωή. Αλλά ας μη γίνει καμιά παρεξήγηση: ούτε ο Μονομάχος, ούτε ο Πατριώτης, είναι τίποτα φοβισμένα αγοράκια, τα έχουμε δει να πολεμούν με σθένος και σκληράδα, είναι άνδρες με τα όλα τους
(μη ξεχνάμε ότι η βία είναι το κατ’ εξοχήν σύμβολο του ανδρισμού, ακόμα και στις μέρες μας), αλλά βάζουν την οικογένεια πάνω από την κοινωνία. Φαινόμενο του σήμερα, το ιδιωτικό να κυριαρχεί και να εκμηδενίζει το δημόσιο, προβάλλοντας μάλιστα επάνω του, τις προσωπικές εμπειρίες του ατόμου. Από, και για προσωπική εκδίκηση αυτά τα δύο άτομα, εμπλέκονται με το δημόσιο βίο και ως άτομα με ανεπτυγμένη και ισχυρή προσωπικότητα καταφέρνουν να νικήσουν. Θα μου πείτε ότι έχουμε δει πολλές φορές στο σινεμά κάποιον φιλήσυχο άνδρα (πάντα άνδρα) οικογενειάρχη, χαμηλών τόνων, με αφορμή ένα θλιβερό γεγονός που συμβαίνει στην οικογένειά του να βγαίνει στη κοινωνία και στη δράση. Ναι, αλλά αυτό που έχουμε δει αφορά πάντα κάποιο προσωπικό σκοπό και κάποια ειδική περίπτωση, αυτό που βλέπουμε σε αυτές τις σημερινές ταινίες, αφορούν στο σύνολο της κοινωνίας.
Είναι αποκαλυπτικό και συνάμα φοβερά ενδιαφέρον να δούμε αυτό το νέο πρότυπο του ανδρικού ήρωα και ανδρικού σταρ του σεμνού, χαμηλών τόνων ήρωα, Crow, Gibson στην ωριμότητά του, ή ακόμα και τον ήρωα της Καταιγίδας (όσο σκιαγραφήθηκε, αν και δεν είχε σαφή ρόλο) σε σύγκριση με τον James Bond και με το τελευταίο Mission Impossible, θέματα μιας άλλης δεκαετίας με ανδρικό πρότυπο άκρως διαφορετικό από το σημερινό.
Ο James Bond και ο Cruise στις Επικίνδυνες Αποστολές, είναι άνδρες χωρίς προσωπικό βίο ή τέλος πάντων, χωρίς μεταφορά της εμπειρίας του προσωπικού βίου στη κοινωνική ζωή. Οι ρόλοι τους μέσα στη κοινωνία είναι προκαθορισμένοι, ανήκουν σε μία κοινότητα, για την οποία δουλεύουν χωρίς να την κρίνουν, είναι επαγγελματίες, στη ζωή των οποίων η εκδίκηση δεν χωρά. Δε γνωρίζουμε πολλά για τις προσωπικές τους εμπειρίες και τα προσωπικά τους τραύματα. Δεν μιλούν για τον εαυτό τους, είναι άνδρες της δράσης.
Τι συμβαίνει λοιπόν εδώ; Κατοχυρώνεται η ατομικότητα ως ύψιστη αρετή και ως χρήσιμη για το κοινωνικό σύνολο, χωρίς όμως να το σέβεται και να δρα γι’ αυτό συνειδητά, αλλά δρα ορμώμενη από ατομικά κίνητρα τα οποία όμως επηρεάζουν τον ρου της ιστορίας και αλλάζουν το σύστημα των αξιών.
Δεν θα κρίνουμε εδώ το σωστό η το λάθος για την αλλαγή αυτή, υπάρχει άπειρη ειδική πρόσφατη βιβλιογραφία που πραγματεύεται αυτά τα θέματα, εμείς απλώς επισημαίνουμε την αλλαγή και τη έντονη παρουσία της στις αμερικάνικες υπερπαραγωγές, οι οποίες συχνά πυκνά είναι ο καθρέφτης των εν ενεργεία ηθών της κοινωνίας τους. Κι όχι μόνον αυτό, σε αυτές τις ταινίες νομιμοποιείται και κατοχυρώνεται το γεγονός ότι δεν έχει σημασία η πράξη αλλά το πώς νιώθουμε για τις ενέργειες που πράττουμε. Τα δύο δείγματα του νέου ανδρικού προτύπου, φλερτάρουν επίσης, με τις χαρακτηρισμένες «γυναικείες αξίες», προβάλλουν μια διάθεση αποκάλυψης τραυματικών εμπειριών της προσωπικής τους ζωής, στοιχεία έως χθες καθαρά γυναικεία, αφαιρώντας οποιαδήποτε μορφή διάχυτης σεξουαλικότητας από τις ταινίες και επιδίδονται, αντίθετα από τους James Bond, μόνο σε σκληρές μάχες, για τη προστασία της οικογένειας, ως πρωταρχικού πυρήνα των νέων ηθικών αξιών.
Όλα αυτά είναι δείγματα μιας κοινωνίας που αλλάζει και διαμορφώνει το νέο της πρόσωπο, προβάλλοντάς το και καταθέτοντάς το στο πιο λαϊκό μέσο επικοινωνίας που είναι ο κινηματογράφος. Καλό είναι να μπορούμε να το δούμε.

Ηλέκτρα Βενάκη, 2001
Διαβάστε περισσότερα ...
ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΜΙΚΡΟ ΜΑΣ ΚΟΣΜΟ

Ζούμε σε πόλεις, σε χωριά, στη περιφέρεια. Ζούμε όπου μπορούμε, όπου βρεθήκαμε.
Πολλοί από εμάς δεν το σκέφτονται καν να αλλάξουν τόπο διαμονής. Αλλοι πάλι θέλουν να κινούνται συνεχώς, να αλλάζουν παραστάσεις, να αλλάζουν κόσμους.

Λέμε και συνηθίζουμε να ακούμε και τους άλλους να λένε ότι το Internet μας ενώνει με τον κόσμο. Μας ανοίγει στον κόσμο. Πόσο αλήθεια είναι αυτό σήμερα, όπου το Διαδίκτυο έχει ήδη κάποια χρόνια ζωής και οι χρήστες του πολλαπλασιάζονται με γεωμετρική πρόοδο; Μπορούμε να χρησιμοποιούμε πλέον τη λέξη χρήστης; Είναι μόνο χρήστης κάποιου εργαλείου ο άνθρωπος που βρίσκεται αρκετές ώρες της ημέρας μέσα στα ψηφιακά κανάλια ανταλλάγής πληροφορίας; Είναι μόνο καταναλωτής προϊόντων και πληροφορίας ή αποτελεί το σημαντικότερο στοιχείο της δομής αυτού του νέου κόσμου; Ανταλλάσουμε κουλτούρες μέσα από τα δίκτυα ή όχι;
Οι γκουρού του Internet και οι μελλοντολόγοι, θετικοί ή αρνητικοί μιλούσαν παλαιότερα συνέχεια για τις αλλαγές στη δομή των πόλεων. Οριζαν νέες έννοιες όπως αυτή του «αστοχωριάτη», μιλούσαν για τα «ψηφιακά χωριά», που θα δημιουργηθούν, όπου θα συγκεντρωθούν και θα μένουν σε γειτονιές άνθρωποι με κοινά γούστα και ενδιαφέροντα. Όλα αυτά κάθε άλλο παρά επιβεβαιώθηκαν από την ιστορία. Οι μεγαλουπόλεις παραμένουν μεγάλες και μάλιστα συγκεντρώνουν όλο και περισσότερο κόσμο, ο οποίος διατηρεί σταθερά τις πολιτισμικές του διαφορες από τους άλλους κόσμους που τον περιβάλλουν.
Είναι αλήθεια ότι το αυτό που αποκαλούμε νέες τεχνολογίες της πληροφορίας και η σημασία τους για ένα μεγάλο ποσοστό πολιτών του κόσμου επεμβαίνει δραστικά στην αλλαγή της έννοιας του χώρου, ως τόπου συνάντησης των ανθρώπων. Που συναντάμε αλήθεια τους φίλους μας, τους συμπολίτες μας, τους εχθρούς μας; Ολους αυτούς που μας αφορούν τέλος πάντων; Σε πολλά μέρη, αλλά σίγουρα όχι στην πολυκατοικία μας, όχι στη γειτονιά μας, όχι τυχαία στο δρόμο. Που συντελλούνται όμως πιο συχνά φυσικές συναντήσεις με ανθρώπους; Στο λεωφορείο, στο σινεμά, στο θέατρο, στη συναυλία, στο μετρό, στο δρόμο, όπως πάντα. Εκεί όμως όπου παλαιότερα δημιουργείτο κοινότητα, άνθρωποι συγκεντρωμένοι σε έναν συγκεκριμμένο χώρο με κοινά ενδιαφέροντα, τώρα πια είναι απλώς ένας κοινός τόπος χρήσης από μονάδες. Στο φουαγέ των θεάτρων, των κινηματογράφων, των συναυλιών, οι άνθρωποι –αν και περισσότεροι απ’ότι παλαιότερα- δεν κοιτάζονται πιά, δεν ψάχνουν για την τυχαία περιορισμένη χρονικά, ευγενική συνεύρεση, αλλά μιλούν στα κινητά τους με τους δικούς τους ανθρώπους.
Είμαστε μονίμως διαθέσιμοι μέσω των κινητών τηλεφώνων για κουβέντα και επικοινωνία με τη δική μας κοινότητα, αρα δεν έχουμε χρόνο για τυχαίες γνωριμίες, για απρόοπτα γεγονότα, για καινούργια πράγματα. Δεν είμαστε πλέον ανοιχτοί στον φυσικό μας κόσμο, αν και παραμένουμε ανοιχτοί στον δικτυακό μας κόσμο.
Ο χώρος, ο φυσικός χώρος λοιπόν, αποκτά μια άλλη αξία, εντελώς διαφορετική από αυτή που είχε τους τελευταίους αιώνες. Οι πόλεις μεγαλώνουν και θα συνεχίζουν να μεγαλώνουν απ’ότι φαίνεται, διότι οι άνθρωποι έχουν κάποιες ανάγκες που καλύπτονται μέσα από τη δομή και τη λειτουργικότητα μιας πόλης. Οι μετακινήσεις -οι φυσικές- είναι όλο και πιο εύκολες για τις μεγάλες αποστάσεις και όλο και πιο δύσκολες για τις μικρές. Το μετρό είναι κλειστοφοβικό, ενώ η επίγεια συγκοινωνία βαδίζει σταθερά στο αδιέξοδο της υπερκυκλοφορίας. Οι δε μη φυσικές συναντήσεις είναι οι πιο αποτελεσματικές: γρήγορες, ξεκούραστες, ασφαλείς και όλο και φθηνότερες.
Οποιος επισκέφτεται κάποιες μεγαλουπόλεις, -χωρίς το πρόσχημα της δουλειάς, γεγονός που θα τον κλείσει στον μικρό του κόσμο και θα θεωρήσει τον χώρο στον οποίο βρίσκεται απλή αλλαγή ντεκόρ-, μπορεί να νιώσει αυτή την πολιτισμική διαφορά, τις πολιτισμικές διαφορές μάλλον, που τον περιβάλλουν. Βρισκόμαστε εμείς στην Αθήνα, νομίζουμε ότι γνωρίζουμε το τι συμβάινει στην Ν.Υ. από τις πληροφορίες που εχουμε συλλέξει από το Internet, την τηλεόραση και τις εφημερίδες, αλλά όταν κανείς βρεθεί με τον φυσικό του εαυτό στην Ν.Υ. μόνο τότε νιώθει πραγματικά τι σημαίνει να ζείς σε αυτή τη πόλη. Το ίδιο συμβαίνει με όλες τις μεγαλοπολεις της Ευρώπης ή της Ασίας, το ίδιο συμβαίνει και με κάποιον που ζει δικτυομένος στο χωριό του σε σχέση με την Αθήνα.
Δεν σημαίνει κάτι καλύτερο ή κάτι χειρότερο, η επισήμανση αυτή δεν έχει καμμία απολύτως χροιά κριτικής, απλώς μας σπρώχνει σε μια απλή διαπίστωση, την οποία γνωρίζουμε αλλά την ξεχνάμε συνήθως. Ότι η πληροφόρηση και η εμπειρία ως πράξη είναι δύο εντελώς ανεξάρτητες διαδικασίες μάθησης και επουδενί δεν μπορεί η μια να επισκιάσει και να υπερκαλύψει την άλλη. Και ο κόσμος μέσα στον οποίο ζούμε, φαίνεται σαν να φοβάται την εμπειρία πια και να ικανοποιείται με τις περιορισμένες και συνήθως ασφαλείς φαντασιώσεις που του παρέχει η εκ των έξω πληροφόρηση.


Ηλέκτρα Βενάκη, 1999
Διαβάστε περισσότερα ...
ΠΕΡΙ ΔΙΑΚΟΠΩΝ Ο ΛΟΓΟΣ

Τι σημαίνει, αλήθεια, «κάνω διακοπές»; Τρέχω υστερικά από νησί σε νησί, αφού έχω τρέξει υστερικά να αγοράσω τα τελευταία αντηλιακά «γιατί μου αξίζει» και να πάω στις πλαζ όπου θα κάνω χοντρές πλάκες στα άτομα του άλλου φίλου «γιατί έτσι μου αρέσει» και θα τρωω παγωτά που ο ήχος τους θα ξεκουφαίνει όλους τους λουόμενους, γιατί «αυτό είναι απόλαυση»;
Γιατί σας τα λεω όλα αυτά; Μα γιατί είμαι σε διακοπές και έκανα το λάθος να δω -ένα και μοναδικό βράδυ- τηλεόραση. Παράλληλα όμως -διότι έχουν γνώση οι φύλακες- έκανα μια βόλτα στα βιβλιοπωλεία, έκανα μια άλλη βόλτα στο Internet και δεν πήγα σινεμά. Γιατί να πάω σινεμά; Πέρα από τις επανεκδόσεις, τίποτα καλό, μα τίποτα απολύτως δεν προτείνουν οι αίθουσες εφέτος. Ψηφιακά «μπάμπα-μπούπα» χωρίς νόημα, ή θεωρητικό- συναισθηματικές ανεφάρμοστες προτάσεις. Από την άλλη, στα βιβλιοπωλεία βρίσκεις έναν άλλο ολόκληρο κόσμο που ασχολείται με τις πρακτικές συμβουλές του πως να μην είναι κανείς μόνος, πως να γίνει επιτυχημένος επαγγελματίας, εραστής, σύζυγος, διαφημιστής του εαυτού του, κλπ, με απλές πρακτικές λύσεις που του δίνουν οι «ειδικοί», «πετυχημένοι» δυτικοί ή ανατολίτες γκουρού του κάθε τομέα. Συγχρόνως, η επιστημολογία συνεχίζεται και «πρακτικοί οδηγοί» μαζί με «εκλαϊκευμένα επιστημονικά δοκίμια» φυτρώνουν σαν μανιτάρια. Στο Internet πάλι, για να μάθεις κάτι διαφορετικό, πρέπει να έχεις χρόνο για να ψάξεις, να είσαι σίγουρα πολύγλωσσος και να έχεις γρήγορες ταχύτητες. Πόσοι έχουν;
Όλα αυτά μαζί, κάτι δηλώνουν για την εποχή μας και τη κοινωνία μας και μέσα από τη ραστώνη των διακοπών, έφεραν στην επιφάνεια πολλές και ποικίλες σκέψεις.
Κατ’ αρχήν, μήπως οι λέξεις διακοπές, διασκέδαση, απόλαυση, επιτυχία, είναι ιδεολογήματα, κατασκευάσματα, που δεν έχουμε τον χρόνο να τα κρίνουμε και να τα ορίσουμε ξανά; Μήπως έχουμε ξεχάσει κάτι σημαντικό; Ότι πριν από καταναλωτές είμαστε πολίτες μιας κοινωνίας που αντιμετωπίζει μια ταχύτατη αλλαγή της οικονομικής της πραγματικότητας, (και κατ’ επέκτασην της κοινωνικής της) χωρίς να έχει τα μέσα να την αφομοιώσει και να ορίσει ένα νέο προσαρμοσμένο σύστημα αξιών; Πάρτε αυτές τις απαράδεκτες ηλίθιες διαφημίσεις με τις τσίχλες τις σοκολάτες και τα παγωτά και θα αντιληφθείτε αυτή την απόλυτη εξαφάνιση οποιασδήποτε αξίας.
Για να φαω μια σοκολάτα σήμερα, απ’ ότι φαίνεται πρέπει να φτάσω σε οργασμό και μάλιστα όχι με έναν σύντροφο της αρεσκείας μου, αλλά μόνη/ος μέσω ενός, φαντασιακού επιπέδου, αυνανισμό. Για να φαω μια τσίχλα πρέπει να ρίξω τη χορεύτριά μου από το παράθυρο και για να απολαύσω ένα παγωτό πρέπει να παρατήσω τη δουλειά μου, ή να είμαι σε μια πλαζ με άπειρες κορμάρες δίπλα μου.
Διαχωρίζουμε ηλιθιωδώς την υπευθυνότητα από την ελευθερία, μου φαίνεται. Δεν μιλάμε καθόλου πια για τον έρωτα. Δεν βλέπουμε πολλούς ανθρώπους τρελαμένους ερωτικά, να παραληρούν από αγωνία, πόθο και μυστήριο, παρά μόνο υστερικά, στερημένα, να ζητούν συντροφιά. Και το μαθαίνουμε αυτό και στα παιδιά. Το βλέπουμε καθημερινά στην τηλεόραση, ότι, για να φαω, ως παιδί, ένα κρουασάν θα πρέπει να αφήσω για αργότερα το τηλεφώνημα στο κοριτσάκι που μου έγραψε το τηλέφωνό της στο περιτύλιγμα, αν και μου πέρασε η σκέψη να πετάξω το χαρτί. Βέβαια, υπάρχουν και ταμπού: στα παιδιά πρέπει να λέμε ότι ο έρωτας είναι καλό πράγμα, άσχετο αν βλέπουν στις ενήλικές διαφημίσεις ότι αυτό το είδος σχέσης δεν υπάρχει. Το περίεργο είναι ότι όλα αυτά ξεκίνησαν πιθανότατα από έναν φιλόδοξο διαφημιστή που κάποιοι γύρω του, του επιτρέπουν (παρ’ όλη την ηλικία του, σα δεν ντρέπεται) να φέρεται σαν παιδί. Και οι υπόλοιποι διαφημιστές, εν’ ονόματι του χρήματος, ως της θεϊκής αξίας της εποχής, ελλείψει ιδεών και ικανότητας πρωτότυπης άποψης, των μιμήθηκαν άκριτα.
Κατά τα άλλα, η καθυστερημένη (Δεκέμβριος του ’99) ανακοίνωση της επιτροπής των ευρωπαϊκών κοινοτήτων με θέμα τις «αρχές και κατευθυντήριες γραμμές για την κοινοτική πολιτική στον οπτικοακουστικό τομέα στην ψηφιακή εποχή» (τι τίτλος!) προσπαθεί να διασφαλίσει την προστασία των ανηλίκων από τους κινδύνους της ψηφιακής τηλεόρασης και των νέων μέσων. Ποιος θα προστατέψει τους γονείς των ανηλίκων από την έλλειψη γούστου και αξιών; Τι πιστεύετε ότι θα μεταδίδει η ψηφιακή τηλεόραση; Κάτι διαφορετικό από την εγχώρια; Κανένα καλό πρόγραμμα; Κάτι που να αξίζει τον κόπο να το δούμε; Και αν υποθέσουμε ότι πράγματι θα υπάρξει αυτό το πρόγραμμα, πιστεύετε ότι οι συνήθειες ενός ολόκληρου ελληνικού τηλεοπτικού κοινού θα αλλάξουν μαγικά; Και πέρα από την τηλεόραση: Τι βλέπουμε σε DVD ή στο σινεμά; Τι συνηθίσαμε να μας αρέσει;
Γιατί, μην το ξεχνάμε το γούστο είναι αποτέλεσμα καλλιέργειας και συνήθειας. Όπως το φαγητό της μαμάς, το οποίο, καλό, κακό, είναι μια γεύση που δεν φεύγει από το στόμα ακόμα και αν όλοι οι άλλοι που το έχουν δοκιμάσει θεωρούν ότι δεν τρώγεται. Πότε βρήκαμε το χρόνο να αναπτύξουμε αντιστάσεις και κριτήριο για το καλό γούστο; Μέσα από ποιες εικόνες και ποιους ήχους της καθημερινότητάς μας;
Όταν τα ιδιωτικά κανάλια παίζουν όλο αυτό το άθλιο πρόγραμμα, από το πρωί μέχρι το άλλο πρωί, όταν οι τηλεοπτικές ειδήσεις περιορίζονται στο κουτσομπολιό της γειτονιάς, και μάλιστα μόνο σε αυτό που έχει εικόνα «ζουμερή, τραγική», (διότι, ο θεατής που έχει συνηθίσει να παρακολουθεί τη τραγική ζωή της Εσμεράλντα, θέλει να ζήσει και τη τραγική «κοτέ» της Ελλάδας, ταυτίζοντας απεικόνιση και πραγματικότητα), νιώθω να χρειάζομαι επειγόντως πολιτιστική ποικιλομορφία, αλλιώς θα εθιστώ. Ας λύσει η ευρωπαϊκή κοινότητα το θέμα της διανομής των δικαιωμάτων (για τα «ψηφιακά μέσα» όπως λεει) και ας μη κωλυσιεργεί στην νομοθέτησή τους διότι, με αυτό τον τρόπο συρρικνώνει τις δυνατότητες πολιτιστικής ποικιλομορφίας, αντίθετα απ’ ότι εικάζει. Εθιζόμαστε στα αμερικανικά αγαθά χωρίς άλλες εναλλακτικές. Και οι συνήθειες δύσκολα αλλάζουν. Δεν με ενδιαφέρει ποιοι βγάζουν λεφτά, από αυτή τη ξηρασία και ούτε θέλω να ακούω πια ότι ο νόμος του ισχυρότερου οικονομικά είναι «μοιραίος και αξεπέραστος». Ιδεολόγημα είναι και αυτό, αλλά άκρως επικίνδυνο για την δημοκρατία.
Διότι τα οπτικοακουστικά μέσα πέρα από τα οικονομικά οφέλη που παρέχουν στους κατόχους τους, αποτελούν μια από τις σημαντικότερες αν όχι τη πιο σημαντική πηγή πολιτισμού για μια δημοκρατία που απ’ ότι φαίνεται, πολλοί την θεωρούν δεδομένη και σταθερή για κάποιο μάλλον αόριστο λόγο. Πιθανότατα καλύπτοντας αυτή τη παιδική ανάγκη να νομίζουμε ότι τίποτε γύρω μας δεν αλλάζει, για να μπορούμε να ξεχνάμε τον θάνατο. Αλλά τα πράγματα δεν είναι έτσι. Τίποτα δεν είναι δεδομένο και τίποτα δεν χαρίζεται. Όλα τα διεκδικούμε και τα κερδίζουμε στιγμή προς στιγμή, ακόμα και το θεσμό της δημοκρατίας και τις αξίες του. Τίποτα δεν γίνεται όταν στεκόμαστε απλοί παρατηρητές της ζωής μας. Πρέπει να μπορούμε να δράσουμε με γνώση και άποψη κάποια στιγμή και ...ας πάρουμε λίγο χρόνο διακοπές από την κατανάλωση (εαυτού και αγαθών), για να σκεφτούμε.


Ηλέκτρα Βενάκη, 1999
Διαβάστε περισσότερα ...
Η ΠΛΑΝΗ ΤΗΣ ΜΕΓΙΣΤΗΣ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ

Μία από αυτές τις όμορφες ανοιξιάτικες μέρες που έζησε η Αθήνα, είχα πάει στη θάλασσα· έτσι για μια βόλτα, εκεί, κοντά στο δειλινό. Ρέμβαζα ώρες ολόκληρες, ώσπου το μυαλό καθάρισε, άδειασε, σταμάτησε να αναπλάθει δεδομένες εικόνες ενός κόσμου που δεν είναι καλά καλά δικός μου, και αφέθηκα στο μπλε.
Παρεμπιπτόντως, ήταν ένα υπέροχο μπλε, εκπληκτικής ευκρίνειας και υψηλής αισθητικής...

Δεν ξέρω εσείς, αλλά σαν να θυμάμαι ότι πολλές φορές στη ζωή μου έχω σκεφτεί για την ηλικία της μέγιστης παραγωγικότητας: γι’ αυτή την περιβόητη περίοδο στη ζωή των περισσότερων ανθρώπων, μέσα στα (χρονικά) πλαίσια της οποίας μπορούμε να κατακτήσουμε τον κόσμο, δηλαδή από τα 25 έως τα 50 περίπου χρόνια, αν και τα όρια προς τα πάνω όλο και διευρύνονται.
Καθώς, λοιπόν, απολάμβανα το ηλιοβασίλεμα, τα υπέροχα χρώματά του, τους εκπληκτικούς συνδυασμούς του, σκεφτόμουν ότι τη στιγμή της μέγιστης “παραγωγικότητας” του ήλιου, στο μεσουράνημά του δηλαδή, δεν μπορείς καν να τον κοιτάξεις. Είναι σκληρός, άμεσος, κουραστικός. Όμως την ώρα που δύει πια, ήσυχα, μαλακώνει, παίζει με αποχρώσεις, δημιουργεί εικόνες γεμάτες φινέτσα και τέχνη, προσφέρει. Και έλεγα, ανοησίες μάς λένε εμμέσως, πλην σαφώς, όλα τα οπτικοακουστικά, κυρίως, μέσα μαζικής κοινωνικοποίησης. Από ό,τι φαίνεται, εκεί, όταν δύει ο άνθρωπος, πρέπει μάλλον να γίνεται υπέροχος. Θυμάμαι ότι είχα νιώσει πολύ καλύτερα έπειτα από αυτήν τη σκέψη. Σαν να έφυγε ένα πρόσθετο –στην κυριολεξία προστιθέμενο από κάποιον– βάρος.
Και εδώ τίθεται το εύλογο ερώτημα: “πότε αρχίζει να δύει ο άνθρωπος;”. Είχα διαβάσει σε κάποιο βιβλίο του Ντοστογιέφσκι “γέρος άνθρωπος τριάντα πέντε χρόνων”. Σήμερα δεν τολμάμε να χρησιμοποιήσουμε αυτήν τη λέξη, διότι δεν είναι πολιτικά ορθή. Υιοθετήσαμε τον όρο «άτομα της τρίτης ηλικίας» και τα όρια της συγκεκριμένης ηλικίας κυμαίνονται ανάμεσα στα 70 και τα 80 χρόνια.
Έχω μια φίλη, μεγάλη γυναίκα, πολύ μεγάλη κατά πολλούς, που της αρέσει τρελά να είναι στο Internet, να διαβάζει, να γράφει, να στέλνει μηνύματα στο ICQ, να βλέπει DVD, να , να, να… Το κρατά όμως σχεδόν κρυφό από τους υπόλοιπους, δεν το λέει “παραέξω”, διότι αυτές οι δραστηριότητες δεν ταιριάζουν στην τρίτη ηλικία. Υποθέτω λοιπόν –και αυτή επίσης– ότι είναι για την πρώτη ή τη δεύτερη. Αλλά ας μας ορίσει κάποιος κατ’ αρχάς πια είναι η πρώτη και πια η δεύτερη ηλικία. Πού σταματά η μία και πού αρχίζει η άλλη.
Γράφοντας όλα αυτά, χωρίς να μπορώ να καταλάβω γιατί και πώς διάλεξα αυτό το θέμα, αν και με απασχολεί καιρό, είδα τυχαία τη διαφήμιση/γιγαντοαφίσα για κάποια νεανικά ρούχα. Είναι εκπληκτική και είναι ακριβώς μέσα στο θέμα μας. Σε ένα χαμάμ, έξι, επτά, δεν θυμάμαι καλά, μεγάλες, γερασμένες γυναίκες, φορούν όλες κατακόκκινες πετσέτες που αφήνουν να φανούν ο γερασμένος λαιμός, τα κρεμασμένα χέρια και τα χαλαρωμένα πόδια. Και γελούν, γελούν με έναν τρόπο ξεκαρδιστικό! Μια απολαυστική στιγμή, που δεν μπορεί να μη μας κάνει να σταματήσουμε, να κολλήσουμε. Και από κάτω το σλόγκαν “ρούχα τάδε, για όσους είναι νέοι”. Εκπληκτικής σύλληψης και υλοποίησης ιδέα, που αφήνει μια έντονη αίσθηση ελευθερίας, αναιρεί, έστω και στιγμιαία, ένα φόβο κυρίαρχο στην κοινωνία μας, το φόβο των γηρατειών, που τα οπτικοακουστικά μέσα τον διογκώνουν με κάθε τρόπο.
Στο διαφημιστικό κόσμο το όμορφο σώμα έχει εξιδανικευτεί, έχει γίνει συνώνυμο του υγιούς, λες και μια άσχημη γάμπα, παραδείγματος χάριν, είναι στα σίγουρα άρρωστη.

Πόσες φορές έχετε δει στην τηλεόραση ή στο σινεμά μια ερωτική ματιά πάνω σε ένα γερασμένο σώμα; Σπάνια έως ποτέ βλέπουμε δύο άτομα της λεγόμενης τρίτης ηλικίας, δύο γερασμένα σώματα δηλαδή, να αγκαλιάζονται, να φιλιούνται με πάθος, να υπάρχουν.
Αν και στη φύση ο θάνατος και η φθορά μάς συγκινούν, μας γεννούν ποιητικές εικόνες, ο μαρασμός του ανθρώπινου σώματος είναι ταμπού στην ανθρωποκεντρική μας κοινωνία, όπως επίσης και η αφή. Έχουμε δει πλάνα ξεραμένων φύλλων, μαραμένων λουλουδιών, να περιέχουν τόση ποίηση, τόση νοσταλγία θανάτου που είναι άκρως συγκινητικά. Αντίθετα, σπάνια βλέπουμε ένα ερωτικό φιλμ, διαβάζουμε μια ερωτική πρόταση για τη ζωή στα γεράματα.
Αλήθεια, οι ηλικιωμένοι δεν ανταλλάσσουν ερωτικά φιλιά; Ποτέ; Ποτέ! Ψέματα! Ρωτήστε τους παππούδες και τις γιαγιάδες σας, τους γονείς σας ή τους ίδιους σας τους εαυτούς, ανάλογα με την κατηγορία ηλικίας στην οποία βρίσκεστε...
Ένα από τα σημαντικότερα ταμπού της δυτικής κοινωνίας είναι ο θάνατος. Φοβόμαστε να μιλήσουμε γι’ αυτόν, φοβόμαστε να τον αντικρίσουμε και ακόμα περισσότερο φοβόμαστε τα γεράματα. Λόγω του φόβου μας και μόνο αφαιρούμε από τις προσδοκίες μας –αυτολογοκρινόμαστε δηλαδή– τα όνειρα μιας πλούσιας παραγωγικής ζωής μετά τα 70 χρόνια. Και όμως πόσα πολλά πράγματα μπορεί να κάνει κανείς στην ηλικία των 70 και να τα χαίρεται! Άπειρα, απλώς δεν μπορούμε να τα διανοηθούμε, διότι σκεφτόμαστε –πάντα– μόνο αυτά που ξέρουμε. Αυτά που δεν γνωρίζουμε ούτε καν μας περνούν από το μυαλό. Έτσι, αυτή η γεμάτη χρώματα περίοδος της ζωής μας ζει στην αφάνεια και στην ντροπή.
Θυμάμαι, τότε στη θάλασσα, μία μόνο σκέψη είχε σκιάσει για λίγο τη μεγάλη μου χαρά: ότι στα 90 μου, που θα είμαι πραγματικά μια γυναικάρα, θα πρέπει δυστυχώς να προετοιμάζομαι παράλληλα και για το θάνατό μου. Αλλά, έτσι είναι η ζωή: όλα τα ωραία (και τα άσχημα, βέβαια, αλλά δεν είναι της παρούσης) τελειώνουν κάποια στιγμή και ξαναρχίζουν από την αρχή...


Ηλέκτρα Βενάκη, 2000
Διαβάστε περισσότερα ...

Ο τρόπος του Σαμουράι

Gost Dog The Way Of The Samurai , 1999, Γαλλία, Γερμανία, ΗΠΑ, Ιαπωνία
Έγχρωμη, 1.85:1, Dolby Digital, 116 λεπτά
Σκηνοθεσία: Jim Jarmusch
Σενάριο: Jim Jarmusch
Παραγωγή: Richard Guay, Jim Jarmusch
Φωτογραφία: Robby Muller
Ηχητικός Σχεδιασμός: Anthony J. Ciccolini III
Μοντάζ: Jay Rabinowitz
Μουσική: RZA
Παίζουν: Forest Whitaker, John Tormey, Cliff Gorman, Isaach De Bankole, Henry Silva

Πρόκειται για την πρώτη ταινία στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου που ο τίτλος του sound designer βρίσκεται στους τίτλους αρχής.
------------
Ένα αστυνομικό θρίλερ με ένα μαύρο επαγγελματία δολοφόνο που ζει σύμφωνα με έναν αρχαίο γιαπωνέζικο κώδικα και τα βάζει με την ιταλική Μαφία, ακούγοντας μουσική hip-hop…
-----------------
Μια ταινία του Jim Jarmusch με τον Forest Whitaker και με τη μουσική του RZA των Wu Tang Clan.
----------------------
Ο Jim Jarmusch αρχίζει να γράφει το σενάριο έχοντας στο μυαλό του τον Forest Whitaker και τον Isaach de Bankole, που είχε παίξει το Γάλλο ταξιτζή στην ταινία “Μια Νύχτα στον Κόσμο”. Ήθελε να δημιουργήσει έναν ήρωα εκτός νόμου, έναν παράνομο που θα έχαιρε όμως σεβασμού και εκτίμησης. Ο Whitaker ήταν μαύρος, ήταν ήρεμος, ήταν γλυκός, ήταν τεράστιος και κυρίως πολύ καλός ηθοποιός. Αν δεν δεχόταν, όπως ομολογεί ο σκηνοθέτης, η ταινία αυτή δεν θα γινόταν.
----------------------
Είναι μια εξαίρετη κωμωδία, ένα εκπληκτικό αστυνομικό θρίλερ, μια αριστουργηματική παρωδία των γκανγκστερικών ταινιών, μια ταινία για φιλοσοφία και αναζήτηση του εαυτού, μια ταινία για τη ζωή και το θάνατο.
Ναι, είναι όλα αυτά.
------------------------
Ο Jarmusch το έχει δηλώσει επανειλημμένα σε συνεντεύξεις του ότι κατά τη συγγραφή του σεναρίου επηρεάστηκε από την κουλτούρα του χιπ-χοπ, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει ένα παζλ από λογικές, κουλτούρες, ζωές, στιλ, ακόμα και κινηματογραφικά είδη.
--------------------------
Η ταινία βρίθει αναφορών: από το γουέστερν, τις πολεμικές τέχνες, τις γκανγκστερικές ταινίες, τον Φρανκεστάιν, το χιπ-χοπ. Από τις ταινίες του Κουροσάβα, έως τον Σαμουράι του Μελβίλ με τον Αλέν Ντελόν (ίδια λευκά γάντια, ίδια αυτοκυριαρχία, ηρεμία, μοναξιά), με αποκορύφωμα την πλήρη αναπαράσταση της σκηνής της δολοφονίας στο μπάνιο που βρίσκεται στην ελάχιστα γνωστή ταινία του Seijun Suzuki «Branded to Kill».
-------------------------------------------------
Είναι δομημένη πάνω στο κείμενο ενός Γιαπωνέζου πολεμιστή του 18ου αιώνα, του Yamamoto Tsunetomo. Το «Ηagakure: The Book Of The Samurai» είναι ένα μικρό βιβλίο με αφορισμούς που χωρίζονται από ένα μικρό σύμβολο, δίνοντας ανάσες στο κείμενο. Η ταινία χρησιμοποιεί κάποιους από τους αφορισμούς –γραπτά κείμενα σε μαύρο φόντο– ως ανάσες της δράσης και της πλοκής.
--------------------------------------------------------
Η ταινία ξεκινά με μια περιήγηση πάνω από τη Νέα Υόρκη, ανάλογη της περιήγησης στην αρχή του «Down By Law». Μουσική και τόποι εναλλάσσονται με το μοναδικό τρόπο που ο Jarmusch ξέρει να το κάνει. Μόνο που εδώ, σε αυτή την ταινία, η περιήγηση γίνεται πάνω από την πόλη με ένα περιστέρι για οδηγό μας και καταλήγει σε μια ταράτσα που μένει ο Ghost Dog. To ταχυδρομικό περιστέρι έχει φέρει ένα μήνυμα, και με τη δύση του ήλιου ο Ghost Dog ξεκινά για την αποστολή του. Περνά σαν φάντασμα –πράγματι– ανάμεσα από ανθρώπους που κάνουν τις νυχτερινές τους εργασίες και κλέβει με μεγάλη φυσικότητα ένα όμορφο, μεγάλο αυτοκίνητο…
------------------------------
Υπάρχει και άλλο ένα βιβλίο που παίζει σημαντικό ρόλο στην ταινία –πέρα από αναφορές σε διάφορα λογοτεχνικά είδη. Είναι το «Rashomon», μια έκδοση έξι μικρών ιστοριών, όπου η πρώτη στη σειρά αποτέλεσε το σενάριο της εκπληκτικής ταινίας του Κουρασάβα με τον ομώνυμο τίτλο. Θέμα της, οι υποκειμενικές εκδοχές της πραγματικότητας. Ένας φόνος περιγράφεται από έξι αυτόπτες μάρτυρες και οι έξι δίνουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα. Στο «Ghost Dog» αυτό το βιβλίο αλλάζει χέρια από τον πρώτο φόνο της ταινίας για να ξαναβρεθεί στα χέρια του ιδιοκτήτη του μετά τον τελευταίο φόνο.
-----------------------------------
Εκτός από αυτό όμως, μέσα στην ταινία υπάρχει μια διπλή αφήγηση της γνωριμίας του μαφιόζου Λούι, με τον Ghost Dog. Και οι δύο διηγούνται πώς γνωρίστηκαν. Πριν από τέσσερα χρόνια ο Λούι περνούσε από μια γειτονιά όπου κάποια παιδιά έδερναν αλύπητα μέχρι θανάτου το νέο τότε Ghost Dog. Ο Λούι καθάρισε έναν από αυτούς και του έσωσε τη ζωή. Από τότε ο Ghost Dog θεωρεί ότι του χρωστά τη ζωή και γίνεται ακόλουθός του σύμφωνα με τον Κώδικα των Σαμουράι. Στην αφήγησή του ο Λούι όμως περιγράφει ότι το παιδί που σκότωσε τον απειλούσε με το όπλο του και έτσι αναγκαστικά το σκότωσε. Στην αφήγηση του Ghost Dog το παιδί ετοιμαζόταν να σκοτώσει τον ίδιο και ο Λούι τού έσωσε τη ζωή. Θα μπορούσαν να είχαν διηγηθεί το αντίστροφο, αλλά δεν συνέβη. Ο σεβασμός και η αγάπη μεταξύ τους, καθώς και οι προσωπικές ανάγκες του καθενός διαμόρφωσαν αυτές τις μνήμες: της αιώνιας υποχρέωσης από τη μια –ανάγκη του νεαρού Ghost Dog να βρει κάποιον και να αφοσιωθεί– και της μετριοφροσύνης από την άλλη –άρνηση του παλαιομοδίτη μαφιόζου να παραδεχτεί ότι σκότωσε ένα λευκό παιδί για να σώσει ένα μαύρο.
------------------------------------------------
H πίστη στον κύριό του είναι ο βασικός λόγος ύπαρξης ενός σαμουράι, αλλά ο κύριος του Ghost Dog είναι ένας κακομοίρης μεσήλικος μαφιόζος που προσπαθεί να επιβιώσει με κάποιον τρόπο.
Μια ταινία βίαιη, σκληρή, ενώ παράλληλα είναι ήρεμη, χαμηλών τόνων, με άφθονο λεπτό χιούμορ.
Όταν ετοιμάζεται να σκοτώσει, ο Ghost Dog κατ’ αρχάς βάζει τα ολόλευκά του γάντια και κλέβει ένα ακριβό αμάξι. Το γκατζετάκι όμως που ανοίγει τα αυτοκίνητα κάνει ένα φοβερά γελοίο ήχο! Τελετουργικά σχεδόν βγάζει ένα CD που έχει πάντα μαζί του και ακούει μουσική χιπ-χοπ έχοντας πάντα την ένταση στο 21!
---------------------------------------------
Όταν σκοτώνει ο Ghost Dog, μολονότι βαρύς και τεράστιος, δεν υπάρχει καμία άργητα, τουναντίον. Απλώς σηκώνει το χέρι του και σκοτώνει και εμείς τον κοιτάμε και κυρίως ακούμε τον αέρα να σκίζεται στα δυο.
--------------------------------------
Η λεπτομέρεια στον ήχο και στην εικόνα είναι εκπληκτική, πρέπει να τη δει κανείς πολλές φορές για να τη νιώσει.
--------------------------------------------
Μπορείτε να φανταστείτε μια ηχητική μπάντα που παίζει δυνατά; Ναι! Να παίζει δυνατά μουσική χιπ-χοπ, ενώ ακούγονται ολοκάθαρα το πέταγμα ενός περιστεριού, οι ανάσες ενός ανθρώπου και ο ήχος του υφάσματος να κόβει τον αέρα; Ε, αυτό επιτυγχάνεται σε αυτή την ταινία… και είναι εξαιρετικά υπέροχο.
------------------------------------------
Είναι μια ταινία που απαιτεί μεγάλη οθόνη και πολύ καλό ηχητικό σύστημα για να την απολαύσει κανείς. Αν δεν έχετε, μην κάνετε τον κόπο.
------------------------------------------
Ο Ghost Dog έχει ένα φίλο, το Γάλλο παγωτατζή του πάρκου. Αν και δεν μιλούν την ίδια γλώσσα και κανείς από τους δύο δεν καταλαβαίνει τη γλώσσα του άλλου, συνεννοούνται άψογα στις διάσπαρτες πραγματικά απολαυστικές σκηνές της ταινίας. Αυτό το θέμα της γλώσσας είναι συχνό στις ταινίες του Jarmusch, ο οποίος υποστηρίζει ότι δεν έχει πρόβλημα να συνεννοηθεί σε καμία σχεδόν γλώσσα. Συχνά, για να δει μια μη αγγλόφωνη ταινία ήταν υποχρεωμένος να αγοράζει κόπιες χωρίς υπότιτλους. Από ό,τι αναφέρει, δεν έχανε καθόλου το συναισθηματικό πυρήνα της ταινίας, παρά μόνο κάποια στοιχεία της πλοκής. Δεν μας φαίνεται παράλογο, διότι αυτό, εμείς εδώ, το κάνουμε συνέχεια.
-------------------------------
«Ο RZA για μένα είναι ο Thelonious Monk του hip-hop» έχει δηλώσει επανειλημμένα ο Jim Jarmusch. Πριν γυρίσει ακόμα την ταινία, ήθελε τον RZA για τη μουσική. Σε όλη τη διάρκεια της συγγραφής του σεναρίου άκουγε
Wo-Tang Clan και ορχηστρικές μείξεις του RZA και εμπνεόταν.
Όταν συνάντησε τον RZA έπειτα από διάφορες και ποικίλες προσπάθειες, αποφάσισαν να δουλέψουν μαζί από την εποχή του σεναρίου, αλλά τελικά ο RZA έγραψε τη μουσική μετά το πέρας του μοντάζ. Κάποια στιγμή ο Jarmusch του έδωσε μια βιντεοκασέτα και ο RZA εξαφανίστηκε για δύο, τρεις εβδομάδες. Στη συνέχεια του έστειλε μήνυμα: «Έλα να με βρεις σε ένα σκοτεινό πουλμανάκι στις τρεις το πρωί, στη συμβολή των δρόμων Soth και Broadway. Εκεί του έδωσε ένα DAT με τη μουσική και του είπε να την κάνει ό,τι θέλει, να τη μοντάρει, να την προσαρμόσει και τα λοιπά! Το ίδιο παράλογα πράγματα όπως και στις ταινίες του.
-----------------------------------------------
Τα ονόματα των γκάνγκστα με τα ονόματα των ινδιάνων μοιάζουν, αλλά και τα νικ των Ιταλών μαφιόζων δεν απέχουν πολύ. Στους κόλπους αυτής της γερασμένης Μαφίας συμβαίνουν επίσης παράλογα, αστεία πράγματα. Ο κουτσός γκάνγκστερ λατρεύει το χιπ-χοπ, κυρίως τους Public Enemy και χορεύει στο μπάνιο! Ο πολύ κακός γκάνγκστερ αρέσκεται στο να μιμείται αρκούδες και ο πολύ κουφός της παρέας δηλώνει ότι ταχυδρομικά περιστέρια δεν υπάρχουν από το 1914!
----------------------------------------------
Όλοι οι Ιταλοί μαφιόζοι βλέπουν καρτούν, από τον Γούντι τον Τρυποκάρυδο μέχρι Ντάφι Ντακ, Betty Boop, Φέλιξ ο Γάτος και άλλα. Όλη η παράνοια της βίας των καρτούν είναι εδώ.
---------------------------------------
Για λίγους, αλλά ευτυχώς αρκετούς σκηνοθέτες, μπορούμε να πούμε ότι όσο μεγαλώνουν γίνονται και καλύτεροι. Ο Jim Jarmusch ανήκει σίγουρα σε αυτή την κατηγορία.
-------------------------------------
Οι έρμοι οι μαφιόζοι δεν έχουν να πληρώσουν ούτε το νοίκι τους. Εξηντάρηδες πια, μέσα σε απαρχαιωμένα συστήματα, προσπαθούν να επιβιώσουν. Αφού ακόμα και τις συναντήσεις τους τις κάνουν σε ένα χώρο πίσω από την κουζίνα ενός κινεζικού εστιατορίου, και όχι ιταλικού. Ούτε αυτό δεν υπάρχει. Τόσο ξεπερασμένοι είναι. Αφημένοι, αγύμναστοι, με πολλά παραπάνω κιλά, ύστερα από τόσα χρόνια στη Μαφία, κανονίζουν να σκοτώσουν τον Ωραίο Φράνκ, και είναι ο ειδικός δολοφόνος, ο καλύτερος, ο Ghost Dog που έχει αναλάβει το συμβόλαιο… Αλλά τα πράγματα θα στραβώσουν και πρέπει να τον εξαφανίσουν από προσώπου γης.
-------------------------------------------
Υπάρχει και η μικρή Περλίν, που δεν ξέρει ούτε υποψιάζεται τη σκοτεινή πλευρά του Ghost Dog. Η Περλίν είναι απλώς περίεργη και θέλει να τον γνωρίσει. Όλα ξεκινούν στο πάρκο φυσικά, δίπλα στα παγωτά του φίλου του, όπου μιλούν, φυσικά, για βιβλία. Η μικρή Περλίν θα κρατήσει αυτήν τη σχέση για όλη της τη ζωή…
------------------------------------------
Ο RZA παρουσιάζεται σε ένα πλάνο της ταινίας, είναι αυτός με τη στολή παραλλαγής που συναντά στο δρόμο τον Ghost Dog και ανταλλάσσουν κουβέντες σεβασμού και αναγνώρισης, χωρίς –βέβαια– να λένε τίποτε που μπορεί να είναι κατανοητό, ενώ είναι παράλληλα περιεκτικό και σημαντικό.
------------------------------------------------
«Αγαπώ την ανατολική φιλοσοφία, διότι επιτρέπει τις αντιφάσεις. Ο ίδιος ο Ghost Dog είναι μια αντίφαση» δηλώνει ο Jarmusch. Είναι ένας επαγγελματίας δολοφόνος, αλλά απόλυτα συμπαθής σε όλους εμάς, τους θεατές.
--------------------------
Στους τίτλους τέλους δίπλα στο σύμβουλο όπλων υπάρχει ο τίτλος: σύμβουλος φιλοσοφίας!
--------------------------
Η αρχική ιδέα της ταινίας, παραπέμπει στον Δον Κιχώτη. Ένας ήρωα με αυστηρό κώδικα σε έναν κόσμο που δεν τον έχει ανάγκη πια. Ακόλουθος ενός απαρχαιωμένου κώδικα σε έναν κόσμο που τον έχει ξεπεράσει.
Όταν μίλησε με τον Whitaker ανακάλυψε ότι ήταν οικείος με τις πολεμικές τέχνες και την ανατολική φιλοσοφία από παιδί και τότε άρχισε να ενδιαφέρεται να δώσει κάτι από τη γιαπωνέζικη κουλτούρα μέσα στην ταινία και να κάνει τον ήρωα του ένα σημερινό σαμουράι.
Τo Hagakure έφτασε στα χέρια του ενώ είχε αρχίσει το σενάριο. Ήταν, όπως δηλώνει ο ίδιος, σαν να ήθελε οπωσδήποτε να μπει εκεί μέσα. Η ανάγνωσή του δημιούργησε ακόμα και αλλαγές στο στιλ γραφής της ταινίας.
-----------------------------------------
Η εκπληκτική δουλειά του Robby Muller στη φωτογραφία, με τις έντονες φωτοσκιάσεις, τα γενικά πλάνα, το βάθος πεδίου, τα έντονα χρώματα και κυρίως με το διπλό είδωλο του ήρωα στις στιγμές της μάχης ή της άσκησης, αφήνοντας έντονη την αίσθηση της ταχύτητας μέσα στη βραδύτητα της κίνησης του Whitaker, είναι εύρημα που επαναλήφθηκε στο «Μάτριξ» και συμβολίζει την απόλυτη κυριαρχία πάνω σε σώμα και νου. Ο ήχος του αέρα που σκίζεται από το σήκωμα του χεριού επαυξάνει αυτή την υπέροχη αίσθηση της ταχύτητας με απαράμιλλη φινέτσα.
----------------------------
Είναι μια ταινία που στην επανάληψή της γίνεται ακόμα καλύτερη. Κάθε θέαση προσφέρει όλο και περισσότερη απόλαυση, οι λεπτομέρειες αναδεικνύονται, ο χρόνος παίρνει άλλη διάσταση. O ρυθμός κυριαρχεί.


Ηλέκτρα Βενάκη, Μάρτιος 2002

Διαβάστε περισσότερα ...